to distil (UK), distill (US)
Πλήρης κλίση του ρήματος αποστάζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αποστάζω
εσύ αποστάζεις
αυτός/αυτή/αυτό αποστάζει
εμείς αποστάζουμε
εσείς αποστάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά αποστάζουν / αποστάζουνε
Παρατατικός
εγώ απέσταζα / απόσταζα
εσύ απέσταζες / απόσταζες
αυτός/αυτή/αυτό απέσταζε / απόσταζε
εμείς αποστάζαμε
εσείς αποστάζατε
αυτοί/αυτές/αυτά απέσταζαν / αποστάζαν / αποστάζανε / απόσταζαν
Αόριστος
εγώ απέσταξα / απόσταξα
εσύ απέσταξες / απόσταξες
αυτός/αυτή/αυτό απέσταξε / απόσταξε
εμείς αποστάξαμε
εσείς αποστάξατε
αυτοί/αυτές/αυτά απέσταξαν / αποστάξαν / αποστάξανε / απόσταξαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αποστάζω
εσύ θα αποστάζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αποστάζει
εμείς θα αποστάζουμε
εσείς θα αποστάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποστάζουν / θα αποστάζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αποστάξω
εσύ θα αποστάξεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αποστάξει
εμείς θα αποστάξουμε
εσείς θα αποστάξετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποστάξουν / θα αποστάξουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αποστάξω
εσύ να αποστάξεις
αυτός/αυτή/αυτό να αποστάξει
εμείς να αποστάξουμε
εσείς να αποστάξετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αποστάξουν / αποστάξουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αποστάξει
εσύ έχεις αποστάξει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αποστάξει
εμείς έχουμε αποστάξει
εσείς έχετε αποστάξει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αποστάξει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αποστάξει
εσύ είχες αποστάξει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αποστάξει
εμείς είχαμε αποστάξει
εσείς είχατε αποστάξει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αποστάξει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αποστάξει
εσύ θα έχεις αποστάξει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αποστάξει
εμείς θα έχουμε αποστάξει
εσείς θα έχετε αποστάξει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αποστάξει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) απόσταζε
(εσείς) αποστάζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) απόσταξε
(εσείς) αποστάξτε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αποστάζομαι
εσύ αποστάζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό αποστάζεται
εμείς αποσταζόμαστε
εσείς αποστάζεστε / αποσταζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αποστάζονται
Παρατατικός
εγώ αποσταζόμουν / αποσταζόμουνα
εσύ αποσταζόσουν / αποσταζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό αποσταζόταν / αποσταζότανε
εμείς αποσταζόμασταν / αποσταζόμαστε
εσείς αποσταζόσασταν / αποσταζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αποστάζονταν / αποσταζόντουσαν
Αόριστος
εγώ αποστάχθηκα
εσύ αποστάχθηκες
αυτός/αυτή/αυτό αποστάχθηκε
εμείς αποσταχθήκαμε
εσείς αποσταχθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά αποστάχθηκαν / αποσταχθήκαν / αποσταχθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αποστάζομαι
εσύ θα αποστάζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα αποστάζεται
εμείς θα αποσταζόμαστε
εσείς θα αποστάζεστε / θα αποσταζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποστάζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αποσταχθώ
εσύ θα αποσταχθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αποσταχθεί
εμείς θα αποσταχθούμε
εσείς θα αποσταχθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποσταχθούν / θα αποσταχθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αποσταχθώ
εσύ να αποσταχθείς
αυτός/αυτή/αυτό να αποσταχθεί
εμείς να αποσταχθούμε
εσείς να αποσταχθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να αποσταχθούν / αποσταχθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αποσταχθεί
εσύ έχεις αποσταχθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει αποσταχθεί
εμείς έχουμε αποσταχθεί
εσείς έχετε αποσταχθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αποσταχθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αποσταχθεί
εσύ είχες αποσταχθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε αποσταχθεί
εμείς είχαμε αποσταχθεί
εσείς είχατε αποσταχθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αποσταχθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αποσταχθεί
εσύ θα έχεις αποσταχθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αποσταχθεί
εμείς θα έχουμε αποσταχθεί
εσείς θα έχετε αποσταχθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αποσταχθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) αποστάζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αποστάξου
(εσείς) αποσταχθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
αποστάζοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας αποστάξει
Μετοχή παρακειμένου
αποσταγμένος, -η, -o
Απαρέμφατο
αποστάξει
Απαρέμφατο (παθητικό)
αποσταχθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.