to extort, extract
Πλήρης κλίση του ρήματος αποσπώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αποσπώ
εσύ αποσπάς
αυτός/αυτή/αυτό αποσπά
εμείς αποσπούμε
εσείς αποσπάτε
αυτοί/αυτές/αυτά αποσπούν / αποσπούνε
Παρατατικός
εγώ αποσπούσα
εσύ αποσπούσες
αυτός/αυτή/αυτό αποσπούσε
εμείς αποσπούσαμε
εσείς αποσπούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αποσπούσαν / αποσπούσανε
Αόριστος
εγώ απέσπασα
εσύ απέσπασες / απόσπασες
αυτός/αυτή/αυτό απέσπασε / απόσπασε
εμείς αποσπάσαμε
εσείς αποσπάσατε
αυτοί/αυτές/αυτά απέσπασαν / αποσπάσαν / αποσπάσανε / απόσπασαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αποσπώ
εσύ θα αποσπάς
αυτός/αυτή/αυτό θα αποσπά
εμείς θα αποσπούμε
εσείς θα αποσπάτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποσπούν / θα αποσπούνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αποσπάσω
εσύ θα αποσπάσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αποσπάσει
εμείς θα αποσπάσουμε
εσείς θα αποσπάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποσπάσουν / θα αποσπάσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αποσπάσω
εσύ να αποσπάσεις
αυτός/αυτή/αυτό να αποσπάσει
εμείς να αποσπάσουμε
εσείς να αποσπάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αποσπάσουν / αποσπάσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αποσπάσει
εσύ έχεις αποσπάσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αποσπάσει
εμείς έχουμε αποσπάσει
εσείς έχετε αποσπάσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αποσπάσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αποσπάσει
εσύ είχες αποσπάσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αποσπάσει
εμείς είχαμε αποσπάσει
εσείς είχατε αποσπάσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αποσπάσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αποσπάσει
εσύ θα έχεις αποσπάσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αποσπάσει
εμείς θα έχουμε αποσπάσει
εσείς θα έχετε αποσπάσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αποσπάσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) αποσπάτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) απόσπασε
(εσείς) αποσπάστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αποσπώμαι
εσύ αποσπάσαι
αυτός/αυτή/αυτό αποσπάται
εμείς αποσπόμαστε / ‑ώμεθα
εσείς αποσπάστε / ‑άσθε
αυτοί/αυτές/αυτά αποσπώνται
Παρατατικός
αυτός/αυτή/αυτό αποσπάτο / απεσπάτο
αυτοί/αυτές/αυτά αποσπώντο / απεσπώντο
Αόριστος
εγώ αποσπάστηκα / αποσπάσθηκα
εσύ αποσπάστηκες / αποσπάσθηκες
αυτός/αυτή/αυτό αποσπάστηκε / αποσπάσθηκε
εμείς αποσπαστήκαμε / αποσπασθήκαμε
εσείς αποσπαστήκατε / αποσπασθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά αποσπάστηκαν / αποσπαστήκαν / αποσπαστήκανε / αποσπάσθηκαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αποσπώμαι
εσύ θα αποσπάσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα αποσπάται
εμείς θα αποσπόμαστε / θα ‑ώμεθα
εσείς θα αποσπάστε / θα ‑άσθε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποσπώνται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αποσπαστώ / θα αποσπασθώ
εσύ θα αποσπαστείς / θα αποσπασθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αποσπαστεί / θα αποσπασθεί
εμείς θα αποσπαστούμε / θα αποσπασθούμε
εσείς θα αποσπαστείτε / θα αποσπασθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποσπαστούν / θα αποσπαστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αποσπαστώ / αποσπασθώ
εσύ να αποσπαστείς / αποσπασθείς
αυτός/αυτή/αυτό να αποσπαστεί / αποσπασθεί
εμείς να αποσπαστούμε / αποσπασθούμε
εσείς να αποσπαστείτε / αποσπασθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να αποσπαστούν / αποσπαστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αποσπαστεί
εσύ έχεις αποσπαστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει αποσπαστεί
εμείς έχουμε αποσπαστεί
εσείς έχετε αποσπαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αποσπαστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αποσπαστεί
εσύ είχες αποσπαστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε αποσπαστεί
εμείς είχαμε αποσπαστεί
εσείς είχατε αποσπαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αποσπαστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αποσπαστεί
εσύ θα έχεις αποσπαστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αποσπαστεί
εμείς θα έχουμε αποσπαστεί
εσείς θα έχετε αποσπαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αποσπαστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) αποσπάστε / αποσπάσθε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αποσπάσου
(εσείς) αποσπαστείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
αποσπώντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας αποσπάσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
αποσπώμενος, -η, -ο
Μετοχή παρακειμένου
αποσπασμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
αποσπάσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
αποσπαστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.