Κλίση του ρήματος αποσείω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

αποσείω
to shake off, refute
Πλήρης κλίση του ρήματος αποσείω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ αποσείω
εσύ αποσείεις
αυτός/αυτή/αυτό αποσείει
εμείς αποσείουμε
εσείς αποσείετε
αυτοί/αυτές/αυτά αποσείουν / αποσείουνε

Παρατατικός

εγώ απέσεια
εσύ απέσειες
αυτός/αυτή/αυτό απέσειε
εμείς αποσείαμε
εσείς αποσείατε
αυτοί/αυτές/αυτά απέσειαν / αποσείαν / αποσείανε

Αόριστος

εγώ απέσεισα / απόσεισα
εσύ απέσεισες / απόσεισες
αυτός/αυτή/αυτό απέσεισε / απόσεισε
εμείς αποσείσαμε
εσείς αποσείσατε
αυτοί/αυτές/αυτά απέσεισαν / αποσείσαν / αποσείσανε / απόσεισαν

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα αποσείω
εσύ θα αποσείεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αποσείει
εμείς θα αποσείουμε
εσείς θα αποσείετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποσείουν / θα αποσείουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα αποσείσω
εσύ θα αποσείσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αποσείσει
εμείς θα αποσείσουμε
εσείς θα αποσείσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποσείσουν / θα αποσείσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να αποσείσω
εσύ να αποσείσεις
αυτός/αυτή/αυτό να αποσείσει
εμείς να αποσείσουμε
εσείς να αποσείσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αποσείσουν / αποσείσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω αποσείσει
εσύ έχεις αποσείσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αποσείσει
εμείς έχουμε αποσείσει
εσείς έχετε αποσείσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αποσείσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα αποσείσει
εσύ είχες αποσείσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αποσείσει
εμείς είχαμε αποσείσει
εσείς είχατε αποσείσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αποσείσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω αποσείσει
εσύ θα έχεις αποσείσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αποσείσει
εμείς θα έχουμε αποσείσει
εσείς θα έχετε αποσείσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αποσείσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) απόσειε
(εσείς) αποσείετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) απόσεισε
(εσείς) αποσείστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ αποσείομαι
εσύ αποσείεσαι
αυτός/αυτή/αυτό αποσείεται
εμείς αποσειόμαστε
εσείς αποσείεστε / αποσειόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αποσείονται

Παρατατικός

εγώ αποσειόμουν / αποσειόμουνα
εσύ αποσειόσουν / αποσειόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό αποσειόταν / αποσειότανε
εμείς αποσειόμασταν / αποσειόμαστε
εσείς αποσειόσασταν / αποσειόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αποσείονταν / αποσειόντουσαν

Αόριστος

εγώ αποσείστηκα
εσύ αποσείστηκες
αυτός/αυτή/αυτό αποσείστηκε
εμείς αποσειστήκαμε
εσείς αποσειστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά αποσείστηκαν / αποσειστήκαν / αποσειστήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα αποσείομαι
εσύ θα αποσείεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα αποσείεται
εμείς θα αποσειόμαστε
εσείς θα αποσείεστε / θα αποσειόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποσείονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα αποσειστώ
εσύ θα αποσειστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αποσειστεί
εμείς θα αποσειστούμε
εσείς θα αποσειστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποσειστούν / θα αποσειστούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να αποσειστώ
εσύ να αποσειστείς
αυτός/αυτή/αυτό να αποσειστεί
εμείς να αποσειστούμε
εσείς να αποσειστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να αποσειστούν / αποσειστούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω αποσειστεί
εσύ έχεις αποσειστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει αποσειστεί
εμείς έχουμε αποσειστεί
εσείς έχετε αποσειστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αποσειστεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα αποσειστεί
εσύ είχες αποσειστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε αποσειστεί
εμείς είχαμε αποσειστεί
εσείς είχατε αποσειστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αποσειστεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω αποσειστεί
εσύ θα έχεις αποσειστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αποσειστεί
εμείς θα έχουμε αποσειστεί
εσείς θα έχετε αποσειστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αποσειστεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) αποσείεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) αποσείσου
(εσείς) αποσειστείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

αποσείοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας αποσείσει

Απαρέμφατο

αποσείσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

αποσειστεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.