to clarify, disambiguate
Πλήρης κλίση του ρήματος αποσαφηνίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αποσαφηνίζω
εσύ αποσαφηνίζεις
αυτός/αυτή/αυτό αποσαφηνίζει
εμείς αποσαφηνίζουμε
εσείς αποσαφηνίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά αποσαφηνίζουν / αποσαφηνίζουνε
Παρατατικός
εγώ αποσαφήνιζα
εσύ αποσαφήνιζες
αυτός/αυτή/αυτό αποσαφήνιζε
εμείς αποσαφηνίζαμε
εσείς αποσαφηνίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά αποσαφήνιζαν / αποσαφηνίζαν / αποσαφηνίζανε
Αόριστος
εγώ αποσαφήνισα
εσύ αποσαφήνισες
αυτός/αυτή/αυτό αποσαφήνισε
εμείς αποσαφηνίσαμε
εσείς αποσαφηνίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αποσαφήνισαν / αποσαφηνίσαν / αποσαφηνίσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αποσαφηνίζω
εσύ θα αποσαφηνίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αποσαφηνίζει
εμείς θα αποσαφηνίζουμε
εσείς θα αποσαφηνίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποσαφηνίζουν / θα αποσαφηνίζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αποσαφηνίσω
εσύ θα αποσαφηνίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αποσαφηνίσει
εμείς θα αποσαφηνίσουμε
εσείς θα αποσαφηνίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποσαφηνίσουν / θα αποσαφηνίσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αποσαφηνίσω
εσύ να αποσαφηνίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να αποσαφηνίσει
εμείς να αποσαφηνίσουμε
εσείς να αποσαφηνίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αποσαφηνίσουν / αποσαφηνίσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αποσαφηνίσει
εσύ έχεις αποσαφηνίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αποσαφηνίσει
εμείς έχουμε αποσαφηνίσει
εσείς έχετε αποσαφηνίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αποσαφηνίσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αποσαφηνίσει
εσύ είχες αποσαφηνίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αποσαφηνίσει
εμείς είχαμε αποσαφηνίσει
εσείς είχατε αποσαφηνίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αποσαφηνίσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αποσαφηνίσει
εσύ θα έχεις αποσαφηνίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αποσαφηνίσει
εμείς θα έχουμε αποσαφηνίσει
εσείς θα έχετε αποσαφηνίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αποσαφηνίσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) αποσαφήνιζε
(εσείς) αποσαφηνίζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αποσαφήνισε
(εσείς) αποσαφηνίστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αποσαφηνίζομαι
εσύ αποσαφηνίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό αποσαφηνίζεται
εμείς αποσαφηνιζόμαστε
εσείς αποσαφηνίζεστε / αποσαφηνιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αποσαφηνίζονται
Παρατατικός
εγώ αποσαφηνιζόμουν / αποσαφηνιζόμουνα
εσύ αποσαφηνιζόσουν / αποσαφηνιζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό αποσαφηνιζόταν / αποσαφηνιζότανε
εμείς αποσαφηνιζόμασταν / αποσαφηνιζόμαστε
εσείς αποσαφηνιζόσασταν / αποσαφηνιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αποσαφηνίζονταν / αποσαφηνιζόντουσαν
Αόριστος
εγώ αποσαφηνίστηκα
εσύ αποσαφηνίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό αποσαφηνίστηκε
εμείς αποσαφηνιστήκαμε
εσείς αποσαφηνιστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά αποσαφηνίστηκαν / αποσαφηνιστήκαν / αποσαφηνιστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αποσαφηνίζομαι
εσύ θα αποσαφηνίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα αποσαφηνίζεται
εμείς θα αποσαφηνιζόμαστε
εσείς θα αποσαφηνίζεστε / θα αποσαφηνιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποσαφηνίζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αποσαφηνιστώ
εσύ θα αποσαφηνιστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αποσαφηνιστεί
εμείς θα αποσαφηνιστούμε
εσείς θα αποσαφηνιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποσαφηνιστούν / θα αποσαφηνιστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αποσαφηνιστώ
εσύ να αποσαφηνιστείς
αυτός/αυτή/αυτό να αποσαφηνιστεί
εμείς να αποσαφηνιστούμε
εσείς να αποσαφηνιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να αποσαφηνιστούν / αποσαφηνιστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αποσαφηνιστεί
εσύ έχεις αποσαφηνιστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει αποσαφηνιστεί
εμείς έχουμε αποσαφηνιστεί
εσείς έχετε αποσαφηνιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αποσαφηνιστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αποσαφηνιστεί
εσύ είχες αποσαφηνιστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε αποσαφηνιστεί
εμείς είχαμε αποσαφηνιστεί
εσείς είχατε αποσαφηνιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αποσαφηνιστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αποσαφηνιστεί
εσύ θα έχεις αποσαφηνιστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αποσαφηνιστεί
εμείς θα έχουμε αποσαφηνιστεί
εσείς θα έχετε αποσαφηνιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αποσαφηνιστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) αποσαφηνίζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αποσαφηνίσου
(εσείς) αποσαφηνιστείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
αποσαφηνίζοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας αποσαφηνίσει
Μετοχή παρακειμένου
αποσαφηνισμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
αποσαφηνίσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
αποσαφηνιστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.