Κλίση του ρήματος αποσαθρώνω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

αποσαθρώνω
to erode, crumble
Πλήρης κλίση του ρήματος αποσαθρώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ αποσαθρώνω
εσύ αποσαθρώνεις
αυτός/αυτή/αυτό αποσαθρώνει
εμείς αποσαθρώνουμε
εσείς αποσαθρώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά αποσαθρώνουν / αποσαθρώνουνε

Παρατατικός

εγώ αποσάθρωνα
εσύ αποσάθρωνες
αυτός/αυτή/αυτό αποσάθρωνε
εμείς αποσαθρώναμε
εσείς αποσαθρώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά αποσάθρωναν / αποσαθρώναν / αποσαθρώνανε

Αόριστος

εγώ αποσάθρωσα
εσύ αποσάθρωσες
αυτός/αυτή/αυτό αποσάθρωσε
εμείς αποσαθρώσαμε
εσείς αποσαθρώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αποσάθρωσαν / αποσαθρώσαν / αποσαθρώσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα αποσαθρώνω
εσύ θα αποσαθρώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αποσαθρώνει
εμείς θα αποσαθρώνουμε
εσείς θα αποσαθρώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποσαθρώνουν / θα αποσαθρώνουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα αποσαθρώσω
εσύ θα αποσαθρώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αποσαθρώσει
εμείς θα αποσαθρώσουμε
εσείς θα αποσαθρώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποσαθρώσουν / θα αποσαθρώσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να αποσαθρώσω
εσύ να αποσαθρώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να αποσαθρώσει
εμείς να αποσαθρώσουμε
εσείς να αποσαθρώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αποσαθρώσουν / αποσαθρώσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω αποσαθρώσει
εσύ έχεις αποσαθρώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αποσαθρώσει
εμείς έχουμε αποσαθρώσει
εσείς έχετε αποσαθρώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αποσαθρώσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα αποσαθρώσει
εσύ είχες αποσαθρώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αποσαθρώσει
εμείς είχαμε αποσαθρώσει
εσείς είχατε αποσαθρώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αποσαθρώσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω αποσαθρώσει
εσύ θα έχεις αποσαθρώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αποσαθρώσει
εμείς θα έχουμε αποσαθρώσει
εσείς θα έχετε αποσαθρώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αποσαθρώσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) αποσάθρωνε
(εσείς) αποσαθρώνετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) αποσάθρωσε
(εσείς) αποσαθρώστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ αποσαθρώνομαι
εσύ αποσαθρώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό αποσαθρώνεται
εμείς αποσαθρωνόμαστε
εσείς αποσαθρώνεστε / αποσαθρωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αποσαθρώνονται

Παρατατικός

εγώ αποσαθρωνόμουν / αποσαθρωνόμουνα
εσύ αποσαθρωνόσουν / αποσαθρωνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό αποσαθρωνόταν / αποσαθρωνότανε
εμείς αποσαθρωνόμασταν / αποσαθρωνόμαστε
εσείς αποσαθρωνόσασταν / αποσαθρωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αποσαθρώνονταν / αποσαθρωνόντουσαν

Αόριστος

εγώ αποσαθρώθηκα
εσύ αποσαθρώθηκες
αυτός/αυτή/αυτό αποσαθρώθηκε
εμείς αποσαθρωθήκαμε
εσείς αποσαθρωθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά αποσαθρώθηκαν / αποσαθρωθήκαν / αποσαθρωθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα αποσαθρώνομαι
εσύ θα αποσαθρώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα αποσαθρώνεται
εμείς θα αποσαθρωνόμαστε
εσείς θα αποσαθρώνεστε / θα αποσαθρωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποσαθρώνονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα αποσαθρωθώ
εσύ θα αποσαθρωθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αποσαθρωθεί
εμείς θα αποσαθρωθούμε
εσείς θα αποσαθρωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποσαθρωθούν / θα αποσαθρωθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να αποσαθρωθώ
εσύ να αποσαθρωθείς
αυτός/αυτή/αυτό να αποσαθρωθεί
εμείς να αποσαθρωθούμε
εσείς να αποσαθρωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να αποσαθρωθούν / αποσαθρωθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω αποσαθρωθεί
εσύ έχεις αποσαθρωθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει αποσαθρωθεί
εμείς έχουμε αποσαθρωθεί
εσείς έχετε αποσαθρωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αποσαθρωθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα αποσαθρωθεί
εσύ είχες αποσαθρωθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε αποσαθρωθεί
εμείς είχαμε αποσαθρωθεί
εσείς είχατε αποσαθρωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αποσαθρωθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω αποσαθρωθεί
εσύ θα έχεις αποσαθρωθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αποσαθρωθεί
εμείς θα έχουμε αποσαθρωθεί
εσείς θα έχετε αποσαθρωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αποσαθρωθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) αποσαθρώνεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) αποσαθρώσου
(εσείς) αποσαθρωθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

αποσαθρώνοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας αποσαθρώσει

Μετοχή παρακειμένου

αποσαθρωμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

αποσαθρώσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

αποσαθρωθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.