to be puzzled, be bewildered, be perplexed, wonder (at)
Πλήρης κλίση του ρήματος απορώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ απορώ
εσύ απορείς
αυτός/αυτή/αυτό απορεί
εμείς απορούμε
εσείς απορείτε
αυτοί/αυτές/αυτά απορούν / απορούνε
Παρατατικός
εγώ απορούσα
εσύ απορούσες
αυτός/αυτή/αυτό απορούσε
εμείς απορούσαμε
εσείς απορούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά απορούσαν / απορούσανε
Αόριστος
εγώ απόρησα
εσύ απόρησες
αυτός/αυτή/αυτό απόρησε
εμείς απορήσαμε
εσείς απορήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά απόρησαν / απορήσαν / απορήσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα απορώ
εσύ θα απορείς
αυτός/αυτή/αυτό θα απορεί
εμείς θα απορούμε
εσείς θα απορείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα απορούν / θα απορούνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα απορήσω
εσύ θα απορήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα απορήσει
εμείς θα απορήσουμε
εσείς θα απορήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα απορήσουν / θα απορήσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να απορήσω
εσύ να απορήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να απορήσει
εμείς να απορήσουμε
εσείς να απορήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να απορήσουν / απορήσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω απορήσει
εσύ έχεις απορήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει απορήσει
εμείς έχουμε απορήσει
εσείς έχετε απορήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν απορήσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα απορήσει
εσύ είχες απορήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε απορήσει
εμείς είχαμε απορήσει
εσείς είχατε απορήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν απορήσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω απορήσει
εσύ θα έχεις απορήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει απορήσει
εμείς θα έχουμε απορήσει
εσείς θα έχετε απορήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν απορήσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) απορείτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) απόρησε
(εσείς) απορήστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
απορώντας / έχοντας απορήσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
απορημένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
απορήσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.