to absorb, soak up
Πλήρης κλίση του ρήματος απορροφώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ απορροφώ - απορροφάω
εσύ απορροφάς
αυτός/αυτή/αυτό απορροφά - απορροφάει
εμείς απορροφούμε / απορροφάμε
εσείς απορροφάτε
αυτοί/αυτές/αυτά απορροφούν - απορροφάνε / απορροφούνε - απορροφάνε / απορροφάν
Παρατατικός
εγώ απορροφούσα
εσύ απορροφούσες
αυτός/αυτή/αυτό απορροφούσε
εμείς απορροφούσαμε
εσείς απορροφούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά απορροφούσαν / απορροφούσανε
Αόριστος
εγώ απορρόφησα
εσύ απορρόφησες
αυτός/αυτή/αυτό απορρόφησε
εμείς απορροφήσαμε
εσείς απορροφήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά απορρόφησαν / απορροφήσαν / απορροφήσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα απορροφώ - απορροφάω
εσύ θα απορροφάς
αυτός/αυτή/αυτό θα απορροφά - απορροφάει
εμείς θα απορροφούμε / θα απορροφάμε
εσείς θα απορροφάτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα απορροφούν - απορροφάνε / θα απορροφούνε - απορροφάνε / θα απορροφάν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα απορροφήσω
εσύ θα απορροφήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα απορροφήσει
εμείς θα απορροφήσουμε
εσείς θα απορροφήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα απορροφήσουν / θα απορροφήσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να απορροφήσω
εσύ να απορροφήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να απορροφήσει
εμείς να απορροφήσουμε
εσείς να απορροφήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να απορροφήσουν / απορροφήσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω απορροφήσει
εσύ έχεις απορροφήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει απορροφήσει
εμείς έχουμε απορροφήσει
εσείς έχετε απορροφήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν απορροφήσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα απορροφήσει
εσύ είχες απορροφήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε απορροφήσει
εμείς είχαμε απορροφήσει
εσείς είχατε απορροφήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν απορροφήσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω απορροφήσει
εσύ θα έχεις απορροφήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει απορροφήσει
εμείς θα έχουμε απορροφήσει
εσείς θα έχετε απορροφήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν απορροφήσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) απορροφάτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) απορρόφησε
(εσείς) απορροφήστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ απορροφώμαι - απορροφιέμαι
εσύ απορροφάσαι - απορροφιέσαι
αυτός/αυτή/αυτό απορροφάται - απορροφιέται
εμείς απορροφόμαστε
εσείς απορροφάστε
αυτοί/αυτές/αυτά απορροφώνται - απορροφιούνται / ‑ιόνται
Παρατατικός
εγώ —² - απορροφιόμουν / —² - απορροφιόμουνα
εσύ — - απορροφιόσουν / — - απορροφιόσουνα
εμείς — - απορροφιόμασταν / ‑ιόμαστε
εσείς — - απορροφιόσασταν / ‑ιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά απορροφιόντουσαν / απορροφιούνταν
Αόριστος
εγώ απορροφήθηκα
εσύ απορροφήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό απορροφήθηκε
εμείς απορροφηθήκαμε
εσείς απορροφηθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά απορροφήθηκαν / απορροφηθήκαν / απορροφηθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα απορροφώμαι - απορροφιέμαι
εσύ θα απορροφάσαι - απορροφιέσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα απορροφάται - απορροφιέται
εμείς θα απορροφόμαστε
εσείς θα απορροφάστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα απορροφώνται - απορροφιούνται / θα ‑ιόνται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα απορροφηθώ
εσύ θα απορροφηθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα απορροφηθεί
εμείς θα απορροφηθούμε
εσείς θα απορροφηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα απορροφηθούν / θα απορροφηθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να απορροφηθώ
εσύ να απορροφηθείς
αυτός/αυτή/αυτό να απορροφηθεί
εμείς να απορροφηθούμε
εσείς να απορροφηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να απορροφηθούν / απορροφηθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω απορροφηθεί
εσύ έχεις απορροφηθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει απορροφηθεί
εμείς έχουμε απορροφηθεί
εσείς έχετε απορροφηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν απορροφηθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα απορροφηθεί
εσύ είχες απορροφηθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε απορροφηθεί
εμείς είχαμε απορροφηθεί
εσείς είχατε απορροφηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν απορροφηθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω απορροφηθεί
εσύ θα έχεις απορροφηθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει απορροφηθεί
εμείς θα έχουμε απορροφηθεί
εσείς θα έχετε απορροφηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν απορροφηθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) απορροφάστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) απορροφήσου
(εσείς) απορροφηθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
απορροφώντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας απορροφήσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
απορροφώμενος, -η, -ο / απορροφούμενος, -η, -ο
Μετοχή παρακειμένου
απορροφημένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
απορροφήσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
απορροφηθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.