to reject, refuse, turn down
Πλήρης κλίση του ρήματος απορρίπτω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ απορρίπτω
εσύ απορρίπτεις
αυτός/αυτή/αυτό απορρίπτει
εμείς απορρίπτουμε
εσείς απορρίπτετε
αυτοί/αυτές/αυτά απορρίπτουν / απορρίπτουνε
Παρατατικός
εγώ απέρριπτα
εσύ απέρριπτες
αυτός/αυτή/αυτό απέρριπτε
εμείς απορρίπταμε
εσείς απορρίπτατε
αυτοί/αυτές/αυτά απέρριπταν / απορρίπταν / απορρίπτανε
Αόριστος
εγώ απέρριψα / απόρριψα
εσύ απέρριψες / απόρριψες
αυτός/αυτή/αυτό απέρριψε / απόρριψε
εμείς απορρίψαμε
εσείς απορρίψατε
αυτοί/αυτές/αυτά απέρριψαν / απορρίψαν / απορρίψανε / απόρριψαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα απορρίπτω
εσύ θα απορρίπτεις
αυτός/αυτή/αυτό θα απορρίπτει
εμείς θα απορρίπτουμε
εσείς θα απορρίπτετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα απορρίπτουν / θα απορρίπτουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα απορρίψω
εσύ θα απορρίψεις
αυτός/αυτή/αυτό θα απορρίψει
εμείς θα απορρίψουμε
εσείς θα απορρίψετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα απορρίψουν / θα απορρίψουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να απορρίψω
εσύ να απορρίψεις
αυτός/αυτή/αυτό να απορρίψει
εμείς να απορρίψουμε
εσείς να απορρίψετε
αυτοί/αυτές/αυτά να απορρίψουν / απορρίψουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω απορρίψει
εσύ έχεις απορρίψει
αυτός/αυτή/αυτό έχει απορρίψει
εμείς έχουμε απορρίψει
εσείς έχετε απορρίψει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν απορρίψει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα απορρίψει
εσύ είχες απορρίψει
αυτός/αυτή/αυτό είχε απορρίψει
εμείς είχαμε απορρίψει
εσείς είχατε απορρίψει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν απορρίψει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω απορρίψει
εσύ θα έχεις απορρίψει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει απορρίψει
εμείς θα έχουμε απορρίψει
εσείς θα έχετε απορρίψει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν απορρίψει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) απόρριπτε
(εσείς) απορρίπτετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) απόρριψε
(εσείς) απορρίψτε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ απορρίπτομαι
εσύ απορρίπτεσαι
αυτός/αυτή/αυτό απορρίπτεται
εμείς απορριπτόμαστε
εσείς απορρίπτεσθε / απορρίπτεστε, απορριπτόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά απορρίπτονται
Παρατατικός
εγώ απορριπτόμουν / απορριπτόμουνα
εσύ απορριπτόσουν / απορριπτόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό απορριπτόταν / απορριπτότανε
εμείς απορριπτόμασταν / απορριπτόμαστε
εσείς απορριπτόσασταν / απορριπτόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά απορρίπτονταν / απορριπτόντουσαν
Αόριστος
εγώ απορρίφθηκα / απορρίφτηκα
εσύ απορρίφθηκες / απορρίφτηκες
αυτός/αυτή/αυτό απορρίφθηκε / απορρίφτηκε / απερρίφθη
εμείς απορριφθήκαμε / απορριφτήκαμε
εσείς απορριφθήκατε / απορριφτήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά απορρίφθηκαν / απορρίφτηκαν / απορριφτήκαν / απορριφτήκανε / απερρίφθησαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα απορρίπτομαι
εσύ θα απορρίπτεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα απορρίπτεται
εμείς θα απορριπτόμαστε
εσείς θα απορρίπτεσθε / θα απορρίπτεστε, απορριπτόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα απορρίπτονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα απορριφθώ / θα απορριφτώ
εσύ θα απορριφθείς / θα απορριφτείς
αυτός/αυτή/αυτό θα απορριφθεί / θα απορριφτεί
εμείς θα απορριφθούμε / θα απορριφτούμε
εσείς θα απορριφθείτε / θα απορριφτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα απορριφθούν / θα απορριφθούνε / θα απορριφτούν / θα απορριφτούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να απορριφθώ / απορριφτώ
εσύ να απορριφθείς / απορριφτείς
αυτός/αυτή/αυτό να απορριφθεί / απορριφτεί
εμείς να απορριφθούμε / απορριφτούμε
εσείς να απορριφθείτε / απορριφτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να απορριφθούν / απορριφθούνε / απορριφτούν / απορριφτούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω απορριφθεί / απορριφτεί
εσύ έχεις απορριφθεί / απορριφτεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει απορριφθεί / απορριφτεί
εμείς έχουμε απορριφθεί / απορριφτεί
εσείς έχετε απορριφθεί / απορριφτεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν απορριφθεί / απορριφτεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα απορριφθεί / απορριφτεί
εσύ είχες απορριφθεί / απορριφτεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε απορριφθεί / απορριφτεί
εμείς είχαμε απορριφθεί / απορριφτεί
εσείς είχατε απορριφθεί / απορριφτεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν απορριφθεί / απορριφτεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω απορριφθεί / απορριφτεί
εσύ θα έχεις απορριφθεί / απορριφτεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει απορριφθεί / απορριφτεί
εμείς θα έχουμε απορριφθεί / απορριφτεί
εσείς θα έχετε απορριφθεί / απορριφτεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν απορριφθεί / απορριφτεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) απορρίπτεσθε / απορρίπτεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) απορρίψου
(εσείς) απορριφθείτε / απορριφτείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
απορρίπτοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας απορρίψει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
απορριπτόμενος, -η, -ο
Απαρέμφατο
απορρίψει
Απαρέμφατο (παθητικό)
απορριφθεί / απορριφτεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.