to decriminalize
Πλήρης κλίση του ρήματος αποποινικοποιώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αποποινικοποιώ
εσύ αποποινικοποιείς
αυτός/αυτή/αυτό αποποινικοποιεί
εμείς αποποινικοποιούμε
εσείς αποποινικοποιείτε
αυτοί/αυτές/αυτά αποποινικοποιούν / αποποινικοποιούνε
Παρατατικός
εγώ αποποινικοποιούσα
εσύ αποποινικοποιούσες
αυτός/αυτή/αυτό αποποινικοποιούσε
εμείς αποποινικοποιούσαμε
εσείς αποποινικοποιούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αποποινικοποιούσαν / αποποινικοποιούσανε
Αόριστος
εγώ αποποινικοποίησα
εσύ αποποινικοποίησες
αυτός/αυτή/αυτό αποποινικοποίησε
εμείς αποποινικοποιήσαμε
εσείς αποποινικοποιήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αποποινικοποίησαν / αποποινικοποιήσαν / αποποινικοποιήσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αποποινικοποιώ
εσύ θα αποποινικοποιείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αποποινικοποιεί
εμείς θα αποποινικοποιούμε
εσείς θα αποποινικοποιείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποποινικοποιούν / θα αποποινικοποιούνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αποποινικοποιήσω
εσύ θα αποποινικοποιήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αποποινικοποιήσει
εμείς θα αποποινικοποιήσουμε
εσείς θα αποποινικοποιήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποποινικοποιήσουν / θα αποποινικοποιήσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αποποινικοποιήσω
εσύ να αποποινικοποιήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να αποποινικοποιήσει
εμείς να αποποινικοποιήσουμε
εσείς να αποποινικοποιήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αποποινικοποιήσουν / αποποινικοποιήσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αποποινικοποιήσει
εσύ έχεις αποποινικοποιήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αποποινικοποιήσει
εμείς έχουμε αποποινικοποιήσει
εσείς έχετε αποποινικοποιήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αποποινικοποιήσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αποποινικοποιήσει
εσύ είχες αποποινικοποιήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αποποινικοποιήσει
εμείς είχαμε αποποινικοποιήσει
εσείς είχατε αποποινικοποιήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αποποινικοποιήσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αποποινικοποιήσει
εσύ θα έχεις αποποινικοποιήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αποποινικοποιήσει
εμείς θα έχουμε αποποινικοποιήσει
εσείς θα έχετε αποποινικοποιήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αποποινικοποιήσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) αποποινικοποιείτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αποποινικοποίησε
(εσείς) αποποινικοποιήστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αποποινικοποιούμαι
εσύ αποποινικοποιείσαι
αυτός/αυτή/αυτό αποποινικοποιείται
εμείς αποποινικοποιούμαστε / αποποινικοποιόμαστε
εσείς αποποινικοποιείστε / αποποινικοποιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αποποινικοποιούνται
Παρατατικός
εγώ αποποινικοποιούμουν / αποποινικοποιούμουνα / αποποινικοποιόμουν / αποποινικοποιόμουνα
εσύ αποποινικοποιόσουν / αποποινικοποιόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό αποποινικοποιούνταν / αποποινικοποιόταν / αποποινικοποιότανε / αποποινικοποιείτο
εμείς αποποινικοποιούμασταν / ‑ούμαστε / αποποινικοποιόμασταν / ‑όμαστε
εσείς αποποινικοποιόσασταν / ‑όσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αποποινικοποιούνταν / αποποινικοποιόνταν / αποποινικοποιόντανε / αποποινικοποιόντουσαν / αποποινικοποιούντο
Αόριστος
εγώ αποποινικοποιήθηκα
εσύ αποποινικοποιήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό αποποινικοποιήθηκε
εμείς αποποινικοποιηθήκαμε
εσείς αποποινικοποιηθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά αποποινικοποιήθηκαν / αποποινικοποιηθήκαν / αποποινικοποιηθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αποποινικοποιούμαι
εσύ θα αποποινικοποιείσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα αποποινικοποιείται
εμείς θα αποποινικοποιούμαστε / θα αποποινικοποιόμαστε
εσείς θα αποποινικοποιείστε / θα αποποινικοποιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποποινικοποιούνται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αποποινικοποιηθώ
εσύ θα αποποινικοποιηθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αποποινικοποιηθεί
εμείς θα αποποινικοποιηθούμε
εσείς θα αποποινικοποιηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποποινικοποιηθούν / θα αποποινικοποιηθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αποποινικοποιηθώ
εσύ να αποποινικοποιηθείς
αυτός/αυτή/αυτό να αποποινικοποιηθεί
εμείς να αποποινικοποιηθούμε
εσείς να αποποινικοποιηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να αποποινικοποιηθούν / αποποινικοποιηθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αποποινικοποιηθεί
εσύ έχεις αποποινικοποιηθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει αποποινικοποιηθεί
εμείς έχουμε αποποινικοποιηθεί
εσείς έχετε αποποινικοποιηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αποποινικοποιηθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αποποινικοποιηθεί
εσύ είχες αποποινικοποιηθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε αποποινικοποιηθεί
εμείς είχαμε αποποινικοποιηθεί
εσείς είχατε αποποινικοποιηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αποποινικοποιηθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αποποινικοποιηθεί
εσύ θα έχεις αποποινικοποιηθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αποποινικοποιηθεί
εμείς θα έχουμε αποποινικοποιηθεί
εσείς θα έχετε αποποινικοποιηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αποποινικοποιηθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) αποποινικοποιείστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αποποινικοποιήσου
(εσείς) αποποινικοποιηθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
αποποινικοποιώντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας αποποινικοποιήσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
αποποινικοποιούμενος, -η, -ο
Μετοχή παρακειμένου
αποποινικοποιημένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
αποποινικοποιήσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
αποποινικοποιηθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.