to give off, emit, exude, effuse (vapour, smell)
Πλήρης κλίση του ρήματος αποπνέω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αποπνέω
εσύ αποπνέεις
αυτός/αυτή/αυτό αποπνέει
εμείς αποπνέουμε
εσείς αποπνέετε
αυτοί/αυτές/αυτά αποπνέουν / αποπνέουνε
Παρατατικός
εγώ απέπνεα
εσύ απέπνεες
αυτός/αυτή/αυτό απέπνεε
εμείς αποπνέαμε
εσείς αποπνέατε
αυτοί/αυτές/αυτά απέπνεαν / αποπνέαν / αποπνέανε
Αόριστος
εγώ απέπνευσα
εσύ απέπνευσες
αυτός/αυτή/αυτό απέπνευσε
εμείς αποπνεύσαμε
εσείς αποπνεύσατε
αυτοί/αυτές/αυτά απέπνευσαν / αποπνεύσαν / αποπνεύσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αποπνέω
εσύ θα αποπνέεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αποπνέει
εμείς θα αποπνέουμε
εσείς θα αποπνέετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποπνέουν / θα αποπνέουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αποπνεύσω
εσύ θα αποπνεύσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αποπνεύσει
εμείς θα αποπνεύσουμε
εσείς θα αποπνεύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποπνεύσουν / θα αποπνεύσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αποπνεύσω
εσύ να αποπνεύσεις
αυτός/αυτή/αυτό να αποπνεύσει
εμείς να αποπνεύσουμε
εσείς να αποπνεύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αποπνεύσουν / αποπνεύσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αποπνεύσει
εσύ έχεις αποπνεύσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αποπνεύσει
εμείς έχουμε αποπνεύσει
εσείς έχετε αποπνεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αποπνεύσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αποπνεύσει
εσύ είχες αποπνεύσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αποπνεύσει
εμείς είχαμε αποπνεύσει
εσείς είχατε αποπνεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αποπνεύσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αποπνεύσει
εσύ θα έχεις αποπνεύσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αποπνεύσει
εμείς θα έχουμε αποπνεύσει
εσείς θα έχετε αποπνεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αποπνεύσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) απόπνεε
(εσείς) αποπνέετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) απόπνευσε
(εσείς) αποπνεύστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
αποπνέοντας / έχοντας αποπνεύσει
Απαρέμφατο
αποπνεύσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.