Κλίση του ρήματος αποπέμπω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

αποπέμπω
to dismiss, expel, sack
Πλήρης κλίση του ρήματος αποπέμπω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ αποπέμπω
εσύ αποπέμπεις
αυτός/αυτή/αυτό αποπέμπει
εμείς αποπέμπουμε
εσείς αποπέμπετε
αυτοί/αυτές/αυτά αποπέμπουν / αποπέμπουνε

Παρατατικός

εγώ απέπεμπα
εσύ απέπεμπες
αυτός/αυτή/αυτό απέπεμπε
εμείς αποπέμπαμε
εσείς αποπέμπατε
αυτοί/αυτές/αυτά απέπεμπαν / αποπέμπαν / αποπέμπανε

Αόριστος

εγώ απέπεμψα
εσύ απέπεμψες
αυτός/αυτή/αυτό απέπεμψε
εμείς αποπέμψαμε
εσείς αποπέμψατε
αυτοί/αυτές/αυτά απέπεμψαν / αποπέμψαν / αποπέμψανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα αποπέμπω
εσύ θα αποπέμπεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αποπέμπει
εμείς θα αποπέμπουμε
εσείς θα αποπέμπετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποπέμπουν / θα αποπέμπουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα αποπέμψω
εσύ θα αποπέμψεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αποπέμψει
εμείς θα αποπέμψουμε
εσείς θα αποπέμψετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποπέμψουν / θα αποπέμψουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να αποπέμψω
εσύ να αποπέμψεις
αυτός/αυτή/αυτό να αποπέμψει
εμείς να αποπέμψουμε
εσείς να αποπέμψετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αποπέμψουν / αποπέμψουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω αποπέμψει
εσύ έχεις αποπέμψει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αποπέμψει
εμείς έχουμε αποπέμψει
εσείς έχετε αποπέμψει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αποπέμψει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα αποπέμψει
εσύ είχες αποπέμψει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αποπέμψει
εμείς είχαμε αποπέμψει
εσείς είχατε αποπέμψει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αποπέμψει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω αποπέμψει
εσύ θα έχεις αποπέμψει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αποπέμψει
εμείς θα έχουμε αποπέμψει
εσείς θα έχετε αποπέμψει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αποπέμψει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) αποπέμπετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσείς) αποπέμψτε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ αποπέμπομαι
εσύ αποπέμπεσαι
αυτός/αυτή/αυτό αποπέμπεται
εμείς αποπεμπόμαστε
εσείς αποπέμπεστε / αποπεμπόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αποπέμπονται

Παρατατικός

εγώ αποπεμπόμουν / αποπεμπόμουνα
εσύ αποπεμπόσουν / αποπεμπόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό αποπεμπόταν / αποπεμπότανε
εμείς αποπεμπόμασταν / αποπεμπόμαστε
εσείς αποπεμπόσασταν / αποπεμπόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αποπέμπονταν / αποπεμπόντουσαν

Αόριστος

εγώ αποπέμφθηκα
εσύ αποπέμφθηκες
αυτός/αυτή/αυτό αποπέμφθηκε
εμείς αποπεμφθήκαμε
εσείς αποπεμφθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά αποπέμφθηκαν / αποπεμφθήκαν / αποπεμφθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα αποπέμπομαι
εσύ θα αποπέμπεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα αποπέμπεται
εμείς θα αποπεμπόμαστε
εσείς θα αποπέμπεστε / θα αποπεμπόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποπέμπονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα αποπεμφθώ
εσύ θα αποπεμφθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αποπεμφθεί
εμείς θα αποπεμφθούμε
εσείς θα αποπεμφθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποπεμφθούν / θα αποπεμφθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να αποπεμφθώ
εσύ να αποπεμφθείς
αυτός/αυτή/αυτό να αποπεμφθεί
εμείς να αποπεμφθούμε
εσείς να αποπεμφθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να αποπεμφθούν / αποπεμφθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω αποπεμφθεί
εσύ έχεις αποπεμφθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει αποπεμφθεί
εμείς έχουμε αποπεμφθεί
εσείς έχετε αποπεμφθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αποπεμφθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα αποπεμφθεί
εσύ είχες αποπεμφθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε αποπεμφθεί
εμείς είχαμε αποπεμφθεί
εσείς είχατε αποπεμφθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αποπεμφθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω αποπεμφθεί
εσύ θα έχεις αποπεμφθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αποπεμφθεί
εμείς θα έχουμε αποπεμφθεί
εσείς θα έχετε αποπεμφθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αποπεμφθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) αποπέμπεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) αποπέμψου
(εσείς) αποπεμφθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

αποπέμποντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας αποπέμψει

Απαρέμφατο

αποπέμψει

Απαρέμφατο (παθητικό)

αποπεμφθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.