to estrange, alienate
Πλήρης κλίση του ρήματος αποξενώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αποξενώνω
εσύ αποξενώνεις
αυτός/αυτή/αυτό αποξενώνει
εμείς αποξενώνουμε
εσείς αποξενώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά αποξενώνουν / αποξενώνουνε
Παρατατικός
εγώ αποξένωνα
εσύ αποξένωνες
αυτός/αυτή/αυτό αποξένωνε
εμείς αποξενώναμε
εσείς αποξενώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά αποξένωναν / αποξενώναν / αποξενώνανε
Αόριστος
εγώ αποξένωσα
εσύ αποξένωσες
αυτός/αυτή/αυτό αποξένωσε
εμείς αποξενώσαμε
εσείς αποξενώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αποξένωσαν / αποξενώσαν / αποξενώσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αποξενώνω
εσύ θα αποξενώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αποξενώνει
εμείς θα αποξενώνουμε
εσείς θα αποξενώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποξενώνουν / θα αποξενώνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αποξενώσω
εσύ θα αποξενώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αποξενώσει
εμείς θα αποξενώσουμε
εσείς θα αποξενώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποξενώσουν / θα αποξενώσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αποξενώσω
εσύ να αποξενώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να αποξενώσει
εμείς να αποξενώσουμε
εσείς να αποξενώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αποξενώσουν / αποξενώσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αποξενώσει
εσύ έχεις αποξενώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αποξενώσει
εμείς έχουμε αποξενώσει
εσείς έχετε αποξενώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αποξενώσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αποξενώσει
εσύ είχες αποξενώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αποξενώσει
εμείς είχαμε αποξενώσει
εσείς είχατε αποξενώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αποξενώσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αποξενώσει
εσύ θα έχεις αποξενώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αποξενώσει
εμείς θα έχουμε αποξενώσει
εσείς θα έχετε αποξενώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αποξενώσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) αποξένωνε
(εσείς) αποξενώνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αποξένωσε
(εσείς) αποξενώστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αποξενώνομαι
εσύ αποξενώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό αποξενώνεται
εμείς αποξενωνόμαστε
εσείς αποξενώνεστε / αποξενωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αποξενώνονται
Παρατατικός
εγώ αποξενωνόμουν / αποξενωνόμουνα
εσύ αποξενωνόσουν / αποξενωνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό αποξενωνόταν / αποξενωνότανε
εμείς αποξενωνόμασταν / αποξενωνόμαστε
εσείς αποξενωνόσασταν / αποξενωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αποξενώνονταν / αποξενωνόντουσαν
Αόριστος
εγώ αποξενώθηκα
εσύ αποξενώθηκες
αυτός/αυτή/αυτό αποξενώθηκε
εμείς αποξενωθήκαμε
εσείς αποξενωθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά αποξενώθηκαν / αποξενωθήκαν / αποξενωθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αποξενώνομαι
εσύ θα αποξενώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα αποξενώνεται
εμείς θα αποξενωνόμαστε
εσείς θα αποξενώνεστε / θα αποξενωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποξενώνονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αποξενωθώ
εσύ θα αποξενωθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αποξενωθεί
εμείς θα αποξενωθούμε
εσείς θα αποξενωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποξενωθούν / θα αποξενωθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αποξενωθώ
εσύ να αποξενωθείς
αυτός/αυτή/αυτό να αποξενωθεί
εμείς να αποξενωθούμε
εσείς να αποξενωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να αποξενωθούν / αποξενωθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αποξενωθεί
εσύ έχεις αποξενωθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει αποξενωθεί
εμείς έχουμε αποξενωθεί
εσείς έχετε αποξενωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αποξενωθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αποξενωθεί
εσύ είχες αποξενωθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε αποξενωθεί
εμείς είχαμε αποξενωθεί
εσείς είχατε αποξενωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αποξενωθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αποξενωθεί
εσύ θα έχεις αποξενωθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αποξενωθεί
εμείς θα έχουμε αποξενωθεί
εσείς θα έχετε αποξενωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αποξενωθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) αποξενώνεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αποξενώσου
(εσείς) αποξενωθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
αποξενώνοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας αποξενώσει
Μετοχή παρακειμένου
αποξενωμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
αποξενώσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
αποξενωθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.