Κλίση του ρήματος απολυμαίνω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

απολυμαίνω
to disinfect, sanitise (UK), sanitize (US)
Πλήρης κλίση του ρήματος απολυμαίνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ απολυμαίνω
εσύ απολυμαίνεις
αυτός/αυτή/αυτό απολυμαίνει
εμείς απολυμαίνουμε
εσείς απολυμαίνετε
αυτοί/αυτές/αυτά απολυμαίνουν / απολυμαίνουνε

Παρατατικός

εγώ απολύμαινα
εσύ απολύμαινες
αυτός/αυτή/αυτό απολύμαινε
εμείς απολυμαίναμε
εσείς απολυμαίνατε
αυτοί/αυτές/αυτά απολύμαιναν / απολυμαίναν / απολυμαίνανε

Αόριστος

εγώ απολύμανα
εσύ απολύμανες
αυτός/αυτή/αυτό απολύμανε
εμείς απολυμάναμε
εσείς απολυμάνατε
αυτοί/αυτές/αυτά απολύμαναν / απολυμάναν / απολυμάνανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα απολυμαίνω
εσύ θα απολυμαίνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα απολυμαίνει
εμείς θα απολυμαίνουμε
εσείς θα απολυμαίνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα απολυμαίνουν / θα απολυμαίνουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα απολυμάνω
εσύ θα απολυμάνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα απολυμάνει
εμείς θα απολυμάνουμε
εσείς θα απολυμάνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα απολυμάνουν / θα απολυμάνουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να απολυμάνω
εσύ να απολυμάνεις
αυτός/αυτή/αυτό να απολυμάνει
εμείς να απολυμάνουμε
εσείς να απολυμάνετε
αυτοί/αυτές/αυτά να απολυμάνουν / απολυμάνουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω απολυμάνει
εσύ έχεις απολυμάνει
αυτός/αυτή/αυτό έχει απολυμάνει
εμείς έχουμε απολυμάνει
εσείς έχετε απολυμάνει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν απολυμάνει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα απολυμάνει
εσύ είχες απολυμάνει
αυτός/αυτή/αυτό είχε απολυμάνει
εμείς είχαμε απολυμάνει
εσείς είχατε απολυμάνει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν απολυμάνει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω απολυμάνει
εσύ θα έχεις απολυμάνει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει απολυμάνει
εμείς θα έχουμε απολυμάνει
εσείς θα έχετε απολυμάνει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν απολυμάνει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) απολύμαινε
(εσείς) απολυμαίνετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) απολύμανε
(εσείς) απολυμάνετε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ απολυμαίνομαι
εσύ απολυμαίνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό απολυμαίνεται
εμείς απολυμαινόμαστε
εσείς απολυμαίνεστε / απολυμαινόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά απολυμαίνονται

Παρατατικός

εγώ απολυμαινόμουν / απολυμαινόμουνα
εσύ απολυμαινόσουν / απολυμαινόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό απολυμαινόταν / απολυμαινότανε
εμείς απολυμαινόμασταν / απολυμαινόμαστε
εσείς απολυμαινόσασταν / απολυμαινόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά απολυμαίνονταν / απολυμαινόντουσαν

Αόριστος

εγώ απολυμάνθηκα
εσύ απολυμάνθηκες
αυτός/αυτή/αυτό απολυμάνθηκε
εμείς απολυμανθήκαμε
εσείς απολυμανθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά απολυμάνθηκαν / απολυμανθήκαν / απολυμανθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα απολυμαίνομαι
εσύ θα απολυμαίνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα απολυμαίνεται
εμείς θα απολυμαινόμαστε
εσείς θα απολυμαίνεστε / θα απολυμαινόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα απολυμαίνονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα απολυμανθώ
εσύ θα απολυμανθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα απολυμανθεί
εμείς θα απολυμανθούμε
εσείς θα απολυμανθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα απολυμανθούν / θα απολυμανθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να απολυμανθώ
εσύ να απολυμανθείς
αυτός/αυτή/αυτό να απολυμανθεί
εμείς να απολυμανθούμε
εσείς να απολυμανθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να απολυμανθούν / απολυμανθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω απολυμανθεί
εσύ έχεις απολυμανθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει απολυμανθεί
εμείς έχουμε απολυμανθεί
εσείς έχετε απολυμανθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν απολυμανθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα απολυμανθεί
εσύ είχες απολυμανθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε απολυμανθεί
εμείς είχαμε απολυμανθεί
εσείς είχατε απολυμανθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν απολυμανθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω απολυμανθεί
εσύ θα έχεις απολυμανθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει απολυμανθεί
εμείς θα έχουμε απολυμανθεί
εσείς θα έχετε απολυμανθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν απολυμανθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) απολυμαίνεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) απολυμάνσου
(εσείς) απολυμανθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

απολυμαίνοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας απολυμάνει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

απολυμαινόμενος, -η, -ο

Μετοχή παρακειμένου

απολυμασμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

απολυμάνει

Απαρέμφατο (παθητικό)

απολυμανθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.