to cut off, sever
Πλήρης κλίση του ρήματος αποκόπτω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αποκόπτω
εσύ αποκόπτεις
αυτός/αυτή/αυτό αποκόπτει
εμείς αποκόπτουμε
εσείς αποκόπτετε
αυτοί/αυτές/αυτά αποκόπτουν / αποκόπτουνε
Παρατατικός
εγώ απέκοπτα
εσύ απέκοπτες
αυτός/αυτή/αυτό απέκοπτε
εμείς αποκόπταμε
εσείς αποκόπτατε
αυτοί/αυτές/αυτά απέκοπταν / αποκόπταν / αποκόπτανε
Αόριστος
εγώ απέκοψα
εσύ απέκοψες
αυτός/αυτή/αυτό απέκοψε
εμείς αποκόψαμε
εσείς αποκόψατε
αυτοί/αυτές/αυτά απέκοψαν / αποκόψαν / αποκόψανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αποκόπτω
εσύ θα αποκόπτεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αποκόπτει
εμείς θα αποκόπτουμε
εσείς θα αποκόπτετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποκόπτουν / θα αποκόπτουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αποκόψω
εσύ θα αποκόψεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αποκόψει
εμείς θα αποκόψουμε
εσείς θα αποκόψετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποκόψουν / θα αποκόψουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αποκόψω
εσύ να αποκόψεις
αυτός/αυτή/αυτό να αποκόψει
εμείς να αποκόψουμε
εσείς να αποκόψετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αποκόψουν / αποκόψουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αποκόψει
εσύ έχεις αποκόψει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αποκόψει
εμείς έχουμε αποκόψει
εσείς έχετε αποκόψει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αποκόψει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αποκόψει
εσύ είχες αποκόψει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αποκόψει
εμείς είχαμε αποκόψει
εσείς είχατε αποκόψει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αποκόψει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αποκόψει
εσύ θα έχεις αποκόψει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αποκόψει
εμείς θα έχουμε αποκόψει
εσείς θα έχετε αποκόψει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αποκόψει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) απόκοπτε
(εσείς) αποκόπτετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) απόκοψε
(εσείς) αποκόψτε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αποκόπτομαι
εσύ αποκόπτεσαι
αυτός/αυτή/αυτό αποκόπτεται
εμείς αποκοπτόμαστε
εσείς αποκόπτεστε / αποκοπτόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αποκόπτονται
Παρατατικός
εγώ αποκοπτόμουν / αποκοπτόμουνα
εσύ αποκοπτόσουν / αποκοπτόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό αποκοπτόταν / αποκοπτότανε
εμείς αποκοπτόμασταν / αποκοπτόμαστε
εσείς αποκοπτόσασταν / αποκοπτόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αποκόπτονταν
Αόριστος
εγώ αποκόπηκα
εσύ αποκόπηκες
αυτός/αυτή/αυτό αποκόπηκε / απεκόπη
εμείς αποκοπήκαμε
εσείς αποκοπήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά αποκόπηκαν / αποκοπήκαν / αποκοπήκανε / απεκόπησαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αποκόπτομαι
εσύ θα αποκόπτεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα αποκόπτεται
εμείς θα αποκοπτόμαστε
εσείς θα αποκόπτεστε / θα αποκοπτόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποκόπτονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αποκοπώ
εσύ θα αποκοπείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αποκοπεί
εμείς θα αποκοπούμε
εσείς θα αποκοπείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποκοπούν / θα αποκοπούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αποκοπώ
εσύ να αποκοπείς
αυτός/αυτή/αυτό να αποκοπεί
εμείς να αποκοπούμε
εσείς να αποκοπείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να αποκοπούν / αποκοπούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αποκοπεί
εσύ έχεις αποκοπεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει αποκοπεί
εμείς έχουμε αποκοπεί
εσείς έχετε αποκοπεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αποκοπεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αποκοπεί
εσύ είχες αποκοπεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε αποκοπεί
εμείς είχαμε αποκοπεί
εσείς είχατε αποκοπεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αποκοπεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αποκοπεί
εσύ θα έχεις αποκοπεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αποκοπεί
εμείς θα έχουμε αποκοπεί
εσείς θα έχετε αποκοπεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αποκοπεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) αποκόπτεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αποκόψου
(εσείς) αποκοπείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
αποκόπτοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας αποκόψει
Μετοχή παρακειμένου
αποκομμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
αποκόψει
Απαρέμφατο (παθητικό)
αποκοπεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.