to excrete
Πλήρης κλίση του ρήματος αποκρίνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αποκρίνω
εσύ αποκρίνεις
αυτός/αυτή/αυτό αποκρίνει
εμείς αποκρίνουμε
εσείς αποκρίνετε
αυτοί/αυτές/αυτά αποκρίνουν / αποκρίνουνε
Παρατατικός
εγώ απέκρινα
εσύ απέκρινες
αυτός/αυτή/αυτό απέκρινε
εμείς αποκρίναμε
εσείς αποκρίνατε
αυτοί/αυτές/αυτά απέκριναν / αποκρίναν / αποκρίνανε
Αόριστος
εγώ απέκρινα
εσύ απέκρινες
αυτός/αυτή/αυτό απέκρινε
εμείς αποκρίναμε
εσείς αποκρίνατε
αυτοί/αυτές/αυτά απέκριναν / αποκρίναν / αποκρίνανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αποκρίνω
εσύ θα αποκρίνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αποκρίνει
εμείς θα αποκρίνουμε
εσείς θα αποκρίνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποκρίνουν / θα αποκρίνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αποκρίνω
εσύ θα αποκρίνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αποκρίνει
εμείς θα αποκρίνουμε
εσείς θα αποκρίνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποκρίνουν / θα αποκρίνουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αποκρίνω
εσύ να αποκρίνεις
αυτός/αυτή/αυτό να αποκρίνει
εμείς να αποκρίνουμε
εσείς να αποκρίνετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αποκρίνουν / αποκρίνουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αποκρίνει
εσύ έχεις αποκρίνει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αποκρίνει
εμείς έχουμε αποκρίνει
εσείς έχετε αποκρίνει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αποκρίνει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αποκρίνει
εσύ είχες αποκρίνει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αποκρίνει
εμείς είχαμε αποκρίνει
εσείς είχατε αποκρίνει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αποκρίνει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αποκρίνει
εσύ θα έχεις αποκρίνει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αποκρίνει
εμείς θα έχουμε αποκρίνει
εσείς θα έχετε αποκρίνει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αποκρίνει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) απόκρινε
(εσείς) αποκρίνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) απόκρινε
(εσείς) αποκρίνετε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αποκρίνομαι
εσύ αποκρίνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό αποκρίνεται
εμείς αποκρινόμαστε
εσείς αποκρίνεστε / αποκρινόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αποκρίνονται
Παρατατικός
εγώ αποκρινόμουν / αποκρινόμουνα
εσύ αποκρινόσουν / αποκρινόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό αποκρινόταν / αποκρινότανε
εμείς αποκρινόμασταν / αποκρινόμαστε
εσείς αποκρινόσασταν / αποκρινόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αποκρίνονταν / αποκρινόντουσαν
Αόριστος
εγώ αποκρίθηκα
εσύ αποκρίθηκες
αυτός/αυτή/αυτό αποκρίθηκε
εμείς αποκριθήκαμε
εσείς αποκριθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά αποκρίθηκαν / αποκριθήκαν / αποκριθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αποκρίνομαι
εσύ θα αποκρίνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα αποκρίνεται
εμείς θα αποκρινόμαστε
εσείς θα αποκρίνεστε / θα αποκρινόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποκρίνονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αποκριθώ
εσύ θα αποκριθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αποκριθεί
εμείς θα αποκριθούμε
εσείς θα αποκριθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποκριθούν / θα αποκριθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αποκριθώ
εσύ να αποκριθείς
αυτός/αυτή/αυτό να αποκριθεί
εμείς να αποκριθούμε
εσείς να αποκριθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να αποκριθούν / αποκριθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αποκριθεί
εσύ έχεις αποκριθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει αποκριθεί
εμείς έχουμε αποκριθεί
εσείς έχετε αποκριθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αποκριθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αποκριθεί
εσύ είχες αποκριθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε αποκριθεί
εμείς είχαμε αποκριθεί
εσείς είχατε αποκριθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αποκριθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αποκριθεί
εσύ θα έχεις αποκριθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αποκριθεί
εμείς θα έχουμε αποκριθεί
εσείς θα έχετε αποκριθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αποκριθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) αποκρίνεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αποκρίσου
(εσείς) αποκριθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
αποκρίνοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας αποκρίνει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
αποκρινόμενος, -η, -ο
Μετοχή παρακειμένου
αποκριμένος, -η, -o
Απαρέμφατο
αποκρίνει
Απαρέμφατο (παθητικό)
αποκριθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.