to carry away, remove
Πλήρης κλίση του ρήματος αποκομίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αποκομίζω
εσύ αποκομίζεις
αυτός/αυτή/αυτό αποκομίζει
εμείς αποκομίζουμε
εσείς αποκομίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά αποκομίζουν / αποκομίζουνε
Παρατατικός
εγώ αποκόμιζα / απεκόμιζα
εσύ αποκόμιζες / απεκόμιζες
αυτός/αυτή/αυτό αποκόμιζε / απεκόμιζε
εμείς αποκομίζαμε
εσείς αποκομίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά αποκόμιζαν / αποκομίζαν / αποκομίζανε / απεκόμιζαν
Αόριστος
εγώ αποκόμισα / απεκόμισα
εσύ αποκόμισες / απεκόμισες
αυτός/αυτή/αυτό αποκόμισε / απεκόμισε
εμείς αποκομίσαμε
εσείς αποκομίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αποκόμισαν / αποκομίσαν / αποκομίσανε / απεκόμισαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αποκομίζω
εσύ θα αποκομίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αποκομίζει
εμείς θα αποκομίζουμε
εσείς θα αποκομίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποκομίζουν / θα αποκομίζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αποκομίσω
εσύ θα αποκομίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αποκομίσει
εμείς θα αποκομίσουμε
εσείς θα αποκομίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποκομίσουν / θα αποκομίσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αποκομίσω
εσύ να αποκομίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να αποκομίσει
εμείς να αποκομίσουμε
εσείς να αποκομίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αποκομίσουν / αποκομίσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αποκομίσει
εσύ έχεις αποκομίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αποκομίσει
εμείς έχουμε αποκομίσει
εσείς έχετε αποκομίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αποκομίσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αποκομίσει
εσύ είχες αποκομίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αποκομίσει
εμείς είχαμε αποκομίσει
εσείς είχατε αποκομίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αποκομίσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αποκομίσει
εσύ θα έχεις αποκομίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αποκομίσει
εμείς θα έχουμε αποκομίσει
εσείς θα έχετε αποκομίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αποκομίσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) αποκόμιζε
(εσείς) αποκομίζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αποκόμισε / απεκόμισε
(εσείς) αποκομίστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αποκομίζομαι
εσύ αποκομίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό αποκομίζεται
εμείς αποκομιζόμαστε
εσείς αποκομίζεστε / αποκομιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αποκομίζονται
Παρατατικός
εγώ αποκομιζόμουν / αποκομιζόμουνα
εσύ αποκομιζόσουν / αποκομιζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό αποκομιζόταν / αποκομιζότανε
εμείς αποκομιζόμασταν / αποκομιζόμαστε
εσείς αποκομιζόσασταν / αποκομιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αποκομίζονταν / αποκομιζόντουσαν
Αόριστος
εγώ αποκομίσθηκα
εσύ αποκομίσθηκες
αυτός/αυτή/αυτό αποκομίσθηκε
εμείς αποκομισθήκαμε
εσείς αποκομισθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά αποκομίσθηκαν / αποκομισθήκαν / αποκομισθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αποκομίζομαι
εσύ θα αποκομίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα αποκομίζεται
εμείς θα αποκομιζόμαστε
εσείς θα αποκομίζεστε / θα αποκομιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποκομίζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αποκομισθώ
εσύ θα αποκομισθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αποκομισθεί
εμείς θα αποκομισθούμε
εσείς θα αποκομισθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποκομισθούν / θα αποκομισθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αποκομισθώ
εσύ να αποκομισθείς
αυτός/αυτή/αυτό να αποκομισθεί
εμείς να αποκομισθούμε
εσείς να αποκομισθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να αποκομισθούν / αποκομισθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αποκομισθεί
εσύ έχεις αποκομισθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει αποκομισθεί
εμείς έχουμε αποκομισθεί
εσείς έχετε αποκομισθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αποκομισθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αποκομισθεί
εσύ είχες αποκομισθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε αποκομισθεί
εμείς είχαμε αποκομισθεί
εσείς είχατε αποκομισθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αποκομισθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αποκομισθεί
εσύ θα έχεις αποκομισθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αποκομισθεί
εμείς θα έχουμε αποκομισθεί
εσείς θα έχετε αποκομισθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αποκομισθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) αποκομίζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αποκομίσου
(εσείς) αποκομισθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
αποκομίζοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας αποκομίσει
Απαρέμφατο
αποκομίσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
αποκομισθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.