to put to bed
Πλήρης κλίση του ρήματος αποκοιμίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αποκοιμίζω
εσύ αποκοιμίζεις
αυτός/αυτή/αυτό αποκοιμίζει
εμείς αποκοιμίζουμε
εσείς αποκοιμίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά αποκοιμίζουν / αποκοιμίζουνε
Παρατατικός
εγώ αποκοίμιζα
εσύ αποκοίμιζες
αυτός/αυτή/αυτό αποκοίμιζε
εμείς αποκοιμίζαμε
εσείς αποκοιμίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά αποκοίμιζαν / αποκοιμίζαν / αποκοιμίζανε
Αόριστος
εγώ αποκοίμισα
εσύ αποκοίμισες
αυτός/αυτή/αυτό αποκοίμισε
εμείς αποκοιμίσαμε
εσείς αποκοιμίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αποκοίμισαν / αποκοιμίσαν / αποκοιμίσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αποκοιμίζω
εσύ θα αποκοιμίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αποκοιμίζει
εμείς θα αποκοιμίζουμε
εσείς θα αποκοιμίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποκοιμίζουν / θα αποκοιμίζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αποκοιμίσω
εσύ θα αποκοιμίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αποκοιμίσει
εμείς θα αποκοιμίσουμε
εσείς θα αποκοιμίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποκοιμίσουν / θα αποκοιμίσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αποκοιμίσω
εσύ να αποκοιμίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να αποκοιμίσει
εμείς να αποκοιμίσουμε
εσείς να αποκοιμίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αποκοιμίσουν / αποκοιμίσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αποκοιμίσει
εσύ έχεις αποκοιμίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αποκοιμίσει
εμείς έχουμε αποκοιμίσει
εσείς έχετε αποκοιμίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αποκοιμίσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αποκοιμίσει
εσύ είχες αποκοιμίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αποκοιμίσει
εμείς είχαμε αποκοιμίσει
εσείς είχατε αποκοιμίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αποκοιμίσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αποκοιμίσει
εσύ θα έχεις αποκοιμίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αποκοιμίσει
εμείς θα έχουμε αποκοιμίσει
εσείς θα έχετε αποκοιμίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αποκοιμίσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) αποκοίμιζε
(εσείς) αποκοιμίζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αποκοίμισε
(εσείς) αποκοιμίστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
αποκοιμίζοντας / έχοντας αποκοιμίσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
αποκοιμισμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
αποκοιμίσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.