to behead, decapitate, decollate, guillotine
Πλήρης κλίση του ρήματος αποκεφαλίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αποκεφαλίζω
εσύ αποκεφαλίζεις
αυτός/αυτή/αυτό αποκεφαλίζει
εμείς αποκεφαλίζουμε
εσείς αποκεφαλίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά αποκεφαλίζουν / αποκεφαλίζουνε
Παρατατικός
εγώ αποκεφάλιζα
εσύ αποκεφάλιζες
αυτός/αυτή/αυτό αποκεφάλιζε
εμείς αποκεφαλίζαμε
εσείς αποκεφαλίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά αποκεφάλιζαν / αποκεφαλίζαν / αποκεφαλίζανε
Αόριστος
εγώ αποκεφάλισα
εσύ αποκεφάλισες
αυτός/αυτή/αυτό αποκεφάλισε
εμείς αποκεφαλίσαμε
εσείς αποκεφαλίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αποκεφάλισαν / αποκεφαλίσαν / αποκεφαλίσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αποκεφαλίζω
εσύ θα αποκεφαλίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αποκεφαλίζει
εμείς θα αποκεφαλίζουμε
εσείς θα αποκεφαλίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποκεφαλίζουν / θα αποκεφαλίζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αποκεφαλίσω
εσύ θα αποκεφαλίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αποκεφαλίσει
εμείς θα αποκεφαλίσουμε
εσείς θα αποκεφαλίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποκεφαλίσουν / θα αποκεφαλίσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αποκεφαλίσω
εσύ να αποκεφαλίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να αποκεφαλίσει
εμείς να αποκεφαλίσουμε
εσείς να αποκεφαλίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αποκεφαλίσουν / αποκεφαλίσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αποκεφαλίσει
εσύ έχεις αποκεφαλίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αποκεφαλίσει
εμείς έχουμε αποκεφαλίσει
εσείς έχετε αποκεφαλίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αποκεφαλίσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αποκεφαλίσει
εσύ είχες αποκεφαλίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αποκεφαλίσει
εμείς είχαμε αποκεφαλίσει
εσείς είχατε αποκεφαλίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αποκεφαλίσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αποκεφαλίσει
εσύ θα έχεις αποκεφαλίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αποκεφαλίσει
εμείς θα έχουμε αποκεφαλίσει
εσείς θα έχετε αποκεφαλίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αποκεφαλίσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) αποκεφάλιζε
(εσείς) αποκεφαλίζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αποκεφάλισε
(εσείς) αποκεφαλίστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αποκεφαλίζομαι
εσύ αποκεφαλίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό αποκεφαλίζεται
εμείς αποκεφαλιζόμαστε
εσείς αποκεφαλίζεστε / αποκεφαλιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αποκεφαλίζονται
Παρατατικός
εγώ αποκεφαλιζόμουν / αποκεφαλιζόμουνα
εσύ αποκεφαλιζόσουν / αποκεφαλιζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό αποκεφαλιζόταν / αποκεφαλιζότανε
εμείς αποκεφαλιζόμασταν / αποκεφαλιζόμαστε
εσείς αποκεφαλιζόσασταν / αποκεφαλιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αποκεφαλίζονταν / αποκεφαλιζόντουσαν
Αόριστος
εγώ αποκεφαλίστηκα
εσύ αποκεφαλίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό αποκεφαλίστηκε
εμείς αποκεφαλιστήκαμε
εσείς αποκεφαλιστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά αποκεφαλίστηκαν / αποκεφαλιστήκαν / αποκεφαλιστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αποκεφαλίζομαι
εσύ θα αποκεφαλίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα αποκεφαλίζεται
εμείς θα αποκεφαλιζόμαστε
εσείς θα αποκεφαλίζεστε / θα αποκεφαλιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποκεφαλίζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αποκεφαλιστώ
εσύ θα αποκεφαλιστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αποκεφαλιστεί
εμείς θα αποκεφαλιστούμε
εσείς θα αποκεφαλιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποκεφαλιστούν / θα αποκεφαλιστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αποκεφαλιστώ
εσύ να αποκεφαλιστείς
αυτός/αυτή/αυτό να αποκεφαλιστεί
εμείς να αποκεφαλιστούμε
εσείς να αποκεφαλιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να αποκεφαλιστούν / αποκεφαλιστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αποκεφαλιστεί
εσύ έχεις αποκεφαλιστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει αποκεφαλιστεί
εμείς έχουμε αποκεφαλιστεί
εσείς έχετε αποκεφαλιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αποκεφαλιστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αποκεφαλιστεί
εσύ είχες αποκεφαλιστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε αποκεφαλιστεί
εμείς είχαμε αποκεφαλιστεί
εσείς είχατε αποκεφαλιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αποκεφαλιστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αποκεφαλιστεί
εσύ θα έχεις αποκεφαλιστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αποκεφαλιστεί
εμείς θα έχουμε αποκεφαλιστεί
εσείς θα έχετε αποκεφαλιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αποκεφαλιστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) αποκεφαλίζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αποκεφαλίσου
(εσείς) αποκεφαλιστείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
αποκεφαλίζοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας αποκεφαλίσει
Μετοχή παρακειμένου
αποκεφαλισμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
αποκεφαλίσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
αποκεφαλιστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.