Κλίση του ρήματος αποκαρδιώνω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

αποκαρδιώνω
to dishearten, discourage, demoralise (UK), demoralize (US)
Πλήρης κλίση του ρήματος αποκαρδιώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ αποκαρδιώνω
εσύ αποκαρδιώνεις
αυτός/αυτή/αυτό αποκαρδιώνει
εμείς αποκαρδιώνουμε
εσείς αποκαρδιώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά αποκαρδιώνουν / αποκαρδιώνουνε

Παρατατικός

εγώ αποκαρδίωνα
εσύ αποκαρδίωνες
αυτός/αυτή/αυτό αποκαρδίωνε
εμείς αποκαρδιώναμε
εσείς αποκαρδιώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά αποκαρδίωναν / αποκαρδιώναν / αποκαρδιώνανε

Αόριστος

εγώ αποκαρδίωσα
εσύ αποκαρδίωσες
αυτός/αυτή/αυτό αποκαρδίωσε
εμείς αποκαρδιώσαμε
εσείς αποκαρδιώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αποκαρδίωσαν / αποκαρδιώσαν / αποκαρδιώσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα αποκαρδιώνω
εσύ θα αποκαρδιώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αποκαρδιώνει
εμείς θα αποκαρδιώνουμε
εσείς θα αποκαρδιώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποκαρδιώνουν / θα αποκαρδιώνουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα αποκαρδιώσω
εσύ θα αποκαρδιώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αποκαρδιώσει
εμείς θα αποκαρδιώσουμε
εσείς θα αποκαρδιώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποκαρδιώσουν / θα αποκαρδιώσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να αποκαρδιώσω
εσύ να αποκαρδιώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να αποκαρδιώσει
εμείς να αποκαρδιώσουμε
εσείς να αποκαρδιώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αποκαρδιώσουν / αποκαρδιώσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω αποκαρδιώσει
εσύ έχεις αποκαρδιώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αποκαρδιώσει
εμείς έχουμε αποκαρδιώσει
εσείς έχετε αποκαρδιώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αποκαρδιώσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα αποκαρδιώσει
εσύ είχες αποκαρδιώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αποκαρδιώσει
εμείς είχαμε αποκαρδιώσει
εσείς είχατε αποκαρδιώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αποκαρδιώσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω αποκαρδιώσει
εσύ θα έχεις αποκαρδιώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αποκαρδιώσει
εμείς θα έχουμε αποκαρδιώσει
εσείς θα έχετε αποκαρδιώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αποκαρδιώσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) αποκαρδίωνε
(εσείς) αποκαρδιώνετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) αποκαρδίωσε
(εσείς) αποκαρδιώστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ αποκαρδιώνομαι
εσύ αποκαρδιώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό αποκαρδιώνεται
εμείς αποκαρδιωνόμαστε
εσείς αποκαρδιώνεστε / αποκαρδιωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αποκαρδιώνονται

Παρατατικός

εγώ αποκαρδιωνόμουν / αποκαρδιωνόμουνα
εσύ αποκαρδιωνόσουν / αποκαρδιωνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό αποκαρδιωνόταν / αποκαρδιωνότανε
εμείς αποκαρδιωνόμασταν / αποκαρδιωνόμαστε
εσείς αποκαρδιωνόσασταν / αποκαρδιωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αποκαρδιώνονταν / αποκαρδιωνόντουσαν

Αόριστος

εγώ αποκαρδιώθηκα
εσύ αποκαρδιώθηκες
αυτός/αυτή/αυτό αποκαρδιώθηκε
εμείς αποκαρδιωθήκαμε
εσείς αποκαρδιωθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά αποκαρδιώθηκαν / αποκαρδιωθήκαν / αποκαρδιωθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα αποκαρδιώνομαι
εσύ θα αποκαρδιώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα αποκαρδιώνεται
εμείς θα αποκαρδιωνόμαστε
εσείς θα αποκαρδιώνεστε / θα αποκαρδιωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποκαρδιώνονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα αποκαρδιωθώ
εσύ θα αποκαρδιωθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αποκαρδιωθεί
εμείς θα αποκαρδιωθούμε
εσείς θα αποκαρδιωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποκαρδιωθούν / θα αποκαρδιωθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να αποκαρδιωθώ
εσύ να αποκαρδιωθείς
αυτός/αυτή/αυτό να αποκαρδιωθεί
εμείς να αποκαρδιωθούμε
εσείς να αποκαρδιωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να αποκαρδιωθούν / αποκαρδιωθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω αποκαρδιωθεί
εσύ έχεις αποκαρδιωθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει αποκαρδιωθεί
εμείς έχουμε αποκαρδιωθεί
εσείς έχετε αποκαρδιωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αποκαρδιωθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα αποκαρδιωθεί
εσύ είχες αποκαρδιωθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε αποκαρδιωθεί
εμείς είχαμε αποκαρδιωθεί
εσείς είχατε αποκαρδιωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αποκαρδιωθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω αποκαρδιωθεί
εσύ θα έχεις αποκαρδιωθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αποκαρδιωθεί
εμείς θα έχουμε αποκαρδιωθεί
εσείς θα έχετε αποκαρδιωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αποκαρδιωθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) αποκαρδιώνεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) αποκαρδιώσου
(εσείς) αποκαρδιωθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

αποκαρδιώνοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας αποκαρδιώσει

Μετοχή παρακειμένου

αποκαρδιωμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

αποκαρδιώσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

αποκαρδιωθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.