Κλίση του ρήματος αποκαθιστώ

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

αποκαθιστώ
to repair, restore to normal
Πλήρης κλίση του ρήματος αποκαθιστώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ αποκαθιστώ
εσύ αποκαθιστάς
αυτός/αυτή/αυτό αποκαθιστά
εμείς αποκαθιστούμε
εσείς αποκαθιστάτε

Παρατατικός

εγώ αποκαθιστούσα
εσύ αποκαθιστούσες
αυτός/αυτή/αυτό αποκαθιστούσε
εμείς αποκαθιστούσαμε
εσείς αποκαθιστούσατε

Αόριστος

εγώ αποκατέστησα / αποκατάστησα
εσύ αποκατέστησες / αποκατάστησες
αυτός/αυτή/αυτό αποκατέστησε / αποκατάστησε
εμείς αποκαταστήσαμε
εσείς αποκαταστήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αποκατέστησαν / αποκατάστησαν

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα αποκαθιστώ
εσύ θα αποκαθιστάς
αυτός/αυτή/αυτό θα αποκαθιστά
εμείς θα αποκαθιστούμε
εσείς θα αποκαθιστάτε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα αποκαταστήσω
εσύ θα αποκαταστήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αποκαταστήσει
εμείς θα αποκαταστήσουμε
εσείς θα αποκαταστήσετε

Υποτακτική (να)

εγώ να αποκαταστήσω
εσύ να αποκαταστήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να αποκαταστήσει
εμείς να αποκαταστήσουμε
εσείς να αποκαταστήσετε

Παρακείμενος

εγώ έχω αποκαταστήσει
εσύ έχεις αποκαταστήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αποκαταστήσει
εμείς έχουμε αποκαταστήσει
εσείς έχετε αποκαταστήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αποκαταστήσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα αποκαταστήσει
εσύ είχες αποκαταστήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αποκαταστήσει
εμείς είχαμε αποκαταστήσει
εσείς είχατε αποκαταστήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αποκαταστήσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω αποκαταστήσει
εσύ θα έχεις αποκαταστήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αποκαταστήσει
εμείς θα έχουμε αποκαταστήσει
εσείς θα έχετε αποκαταστήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αποκαταστήσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) αποκαθιστάτε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) αποκατάστησε
(εσείς) αποκαταστήστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ αποκαθίσταμαι
εσύ αποκαθίστασαι
αυτός/αυτή/αυτό αποκαθίσταται
εμείς αποκαθιστάμεθα
εσείς αποκαθίστασθε
αυτοί/αυτές/αυτά αποκαθίστανται

Παρατατικός

αυτός/αυτή/αυτό αποκαθίστατο
αυτοί/αυτές/αυτά αποκαθίσταντο

Αόριστος

εγώ αποκαταστάθηκα
εσύ αποκαταστάθηκες
αυτός/αυτή/αυτό αποκαταστάθηκε
εμείς αποκατασταθήκαμε
εσείς αποκατασταθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά αποκαταστάθηκαν

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα αποκαθίσταμαι
εσύ θα αποκαθίστασαι
αυτός/αυτή/αυτό θα αποκαθίσταται
εμείς θα αποκαθιστάμεθα
εσείς θα αποκαθίστασθε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποκαθίστανται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα αποκατασταθώ
εσύ θα αποκατασταθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αποκατασταθεί
εμείς θα αποκατασταθούμε
εσείς θα αποκατασταθείτε

Υποτακτική (να)

εγώ να αποκατασταθώ
εσύ να αποκατασταθείς
αυτός/αυτή/αυτό να αποκατασταθεί
εμείς να αποκατασταθούμε
εσείς να αποκατασταθείτε

Παρακείμενος

εγώ έχω αποκατασταθεί
εσύ έχεις αποκατασταθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει αποκατασταθεί
εμείς έχουμε αποκατασταθεί
εσείς έχετε αποκατασταθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αποκατασταθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα αποκατασταθεί
εσύ είχες αποκατασταθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε αποκατασταθεί
εμείς είχαμε αποκατασταθεί
εσείς είχατε αποκατασταθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αποκατασταθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω αποκατασταθεί
εσύ θα έχεις αποκατασταθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αποκατασταθεί
εμείς θα έχουμε αποκατασταθεί
εσείς θα έχετε αποκατασταθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αποκατασταθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) αποκαθίστασθε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) αποκαταστήσου
(εσείς) αποκατασταθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

αποκαθιστώντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας αποκαταστήσει

Μετοχή παρακειμένου

αποκατεστημένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

αποκαταστήσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

αποκατασταθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.