to colonise (UK), colonize (US)
Πλήρης κλίση του ρήματος αποικίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αποικίζω
εσύ αποικίζεις
αυτός/αυτή/αυτό αποικίζει
εμείς αποικίζουμε
εσείς αποικίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά αποικίζουν / αποικίζουνε
Παρατατικός
εγώ αποίκιζα
εσύ αποίκιζες
αυτός/αυτή/αυτό αποίκιζε
εμείς αποικίζαμε
εσείς αποικίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά αποίκιζαν / αποικίζαν / αποικίζανε
Αόριστος
εγώ αποίκισα
εσύ αποίκισες
αυτός/αυτή/αυτό αποίκισε
εμείς αποικίσαμε
εσείς αποικίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αποίκισαν / αποικίσαν / αποικίσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αποικίζω
εσύ θα αποικίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αποικίζει
εμείς θα αποικίζουμε
εσείς θα αποικίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποικίζουν / θα αποικίζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αποικίσω
εσύ θα αποικίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αποικίσει
εμείς θα αποικίσουμε
εσείς θα αποικίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποικίσουν / θα αποικίσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αποικίσω
εσύ να αποικίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να αποικίσει
εμείς να αποικίσουμε
εσείς να αποικίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αποικίσουν / αποικίσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αποικίσει
εσύ έχεις αποικίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αποικίσει
εμείς έχουμε αποικίσει
εσείς έχετε αποικίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αποικίσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αποικίσει
εσύ είχες αποικίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αποικίσει
εμείς είχαμε αποικίσει
εσείς είχατε αποικίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αποικίσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αποικίσει
εσύ θα έχεις αποικίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αποικίσει
εμείς θα έχουμε αποικίσει
εσείς θα έχετε αποικίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αποικίσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) αποίκιζε
(εσείς) αποικίζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αποίκισε
(εσείς) αποικίστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αποικίζομαι
εσύ αποικίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό αποικίζεται
εμείς αποικιζόμαστε
εσείς αποικίζεστε / αποικιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αποικίζονται
Παρατατικός
εγώ αποικιζόμουν / αποικιζόμουνα
εσύ αποικιζόσουν / αποικιζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό αποικιζόταν / αποικιζότανε
εμείς αποικιζόμασταν / αποικιζόμαστε
εσείς αποικιζόσασταν / αποικιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αποικίζονταν / αποικιζόντουσαν
Αόριστος
εγώ αποικίστηκα
εσύ αποικίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό αποικίστηκε
εμείς αποικιστήκαμε
εσείς αποικιστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά αποικίστηκαν / αποικιστήκαν / αποικιστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αποικίζομαι
εσύ θα αποικίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα αποικίζεται
εμείς θα αποικιζόμαστε
εσείς θα αποικίζεστε / θα αποικιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποικίζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αποικιστώ
εσύ θα αποικιστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αποικιστεί
εμείς θα αποικιστούμε
εσείς θα αποικιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποικιστούν / θα αποικιστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αποικιστώ
εσύ να αποικιστείς
αυτός/αυτή/αυτό να αποικιστεί
εμείς να αποικιστούμε
εσείς να αποικιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να αποικιστούν / αποικιστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αποικιστεί
εσύ έχεις αποικιστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει αποικιστεί
εμείς έχουμε αποικιστεί
εσείς έχετε αποικιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αποικιστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αποικιστεί
εσύ είχες αποικιστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε αποικιστεί
εμείς είχαμε αποικιστεί
εσείς είχατε αποικιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αποικιστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αποικιστεί
εσύ θα έχεις αποικιστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αποικιστεί
εμείς θα έχουμε αποικιστεί
εσείς θα έχετε αποικιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αποικιστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) αποικίζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αποικίσου
(εσείς) αποικιστείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
αποικίζοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας αποικίσει
Μετοχή παρακειμένου
αποικισμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
αποικίσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
αποικιστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.