Κλίση του ρήματος αποθησαυρίζω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

αποθησαυρίζω
to hoard, amass (money, food)
Πλήρης κλίση του ρήματος αποθησαυρίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ αποθησαυρίζω
εσύ αποθησαυρίζεις
αυτός/αυτή/αυτό αποθησαυρίζει
εμείς αποθησαυρίζουμε
εσείς αποθησαυρίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά αποθησαυρίζουν / αποθησαυρίζουνε

Παρατατικός

εγώ αποθησαύριζα
εσύ αποθησαύριζες
αυτός/αυτή/αυτό αποθησαύριζε
εμείς αποθησαυρίζαμε
εσείς αποθησαυρίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά αποθησαύριζαν / αποθησαυρίζαν / αποθησαυρίζανε

Αόριστος

εγώ αποθησαύρισα
εσύ αποθησαύρισες
αυτός/αυτή/αυτό αποθησαύρισε
εμείς αποθησαυρίσαμε
εσείς αποθησαυρίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αποθησαύρισαν / αποθησαυρίσαν / αποθησαυρίσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα αποθησαυρίζω
εσύ θα αποθησαυρίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αποθησαυρίζει
εμείς θα αποθησαυρίζουμε
εσείς θα αποθησαυρίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποθησαυρίζουν / θα αποθησαυρίζουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα αποθησαυρίσω
εσύ θα αποθησαυρίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αποθησαυρίσει
εμείς θα αποθησαυρίσουμε
εσείς θα αποθησαυρίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποθησαυρίσουν / θα αποθησαυρίσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να αποθησαυρίσω
εσύ να αποθησαυρίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να αποθησαυρίσει
εμείς να αποθησαυρίσουμε
εσείς να αποθησαυρίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αποθησαυρίσουν / αποθησαυρίσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω αποθησαυρίσει
εσύ έχεις αποθησαυρίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αποθησαυρίσει
εμείς έχουμε αποθησαυρίσει
εσείς έχετε αποθησαυρίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αποθησαυρίσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα αποθησαυρίσει
εσύ είχες αποθησαυρίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αποθησαυρίσει
εμείς είχαμε αποθησαυρίσει
εσείς είχατε αποθησαυρίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αποθησαυρίσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω αποθησαυρίσει
εσύ θα έχεις αποθησαυρίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αποθησαυρίσει
εμείς θα έχουμε αποθησαυρίσει
εσείς θα έχετε αποθησαυρίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αποθησαυρίσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) αποθησαύριζε
(εσείς) αποθησαυρίζετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) αποθησαύρισε
(εσείς) αποθησαυρίστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ αποθησαυρίζομαι
εσύ αποθησαυρίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό αποθησαυρίζεται
εμείς αποθησαυρισόμαστε
εσείς αποθησαυρίζεστε / αποθησαυρισόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αποθησαυρίζονται

Παρατατικός

εγώ αποθησαυρισόμουν / αποθησαυρισόμουνα
εσύ αποθησαυρισόσουν / αποθησαυρισόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό αποθησαυρισόταν / αποθησαυρισότανε
εμείς αποθησαυρισόμασταν / αποθησαυρισόμαστε
εσείς αποθησαυρισόσασταν / αποθησαυρισόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αποθησαυρίζονταν / αποθησαυρισόντουσαν

Αόριστος

εγώ αποθησαυρίστηκα
εσύ αποθησαυρίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό αποθησαυρίστηκε
εμείς αποθησαυριστήκαμε
εσείς αποθησαυριστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά αποθησαυρίστηκαν / αποθησαυριστήκαν / αποθησαυριστήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα αποθησαυρίζομαι
εσύ θα αποθησαυρίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα αποθησαυρίζεται
εμείς θα αποθησαυρισόμαστε
εσείς θα αποθησαυρίζεστε / θα αποθησαυρισόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποθησαυρίζονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα αποθησαυριστώ
εσύ θα αποθησαυριστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αποθησαυριστεί
εμείς θα αποθησαυριστούμε
εσείς θα αποθησαυριστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποθησαυριστούν / θα αποθησαυριστούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να αποθησαυριστώ
εσύ να αποθησαυριστείς
αυτός/αυτή/αυτό να αποθησαυριστεί
εμείς να αποθησαυριστούμε
εσείς να αποθησαυριστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να αποθησαυριστούν / αποθησαυριστούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω αποθησαυριστεί
εσύ έχεις αποθησαυριστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει αποθησαυριστεί
εμείς έχουμε αποθησαυριστεί
εσείς έχετε αποθησαυριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αποθησαυριστεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα αποθησαυριστεί
εσύ είχες αποθησαυριστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε αποθησαυριστεί
εμείς είχαμε αποθησαυριστεί
εσείς είχατε αποθησαυριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αποθησαυριστεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω αποθησαυριστεί
εσύ θα έχεις αποθησαυριστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αποθησαυριστεί
εμείς θα έχουμε αποθησαυριστεί
εσείς θα έχετε αποθησαυριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αποθησαυριστεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) αποθησαυρίζεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) αποθησαυρίσου
(εσείς) αποθησαυριστείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

αποθησαυρίζοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας αποθησαυρίσει

Μετοχή παρακειμένου

αποθησαυρισμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

αποθησαυρίσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

αποθησαυριστεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.