Κλίση του ρήματος αποθαρρύνω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

αποθαρρύνω
to discourage, to dishearten, to dispirit, to daunt
Πλήρης κλίση του ρήματος αποθαρρύνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ αποθαρρύνω
εσύ αποθαρρύνεις
αυτός/αυτή/αυτό αποθαρρύνει
εμείς αποθαρρύνουμε
εσείς αποθαρρύνετε
αυτοί/αυτές/αυτά αποθαρρύνουν / αποθαρρύνουνε

Παρατατικός

εγώ αποθάρρυνα
εσύ αποθάρρυνες
αυτός/αυτή/αυτό αποθάρρυνε
εμείς αποθαρρύναμε
εσείς αποθαρρύνατε
αυτοί/αυτές/αυτά αποθάρρυναν / αποθαρρύναν / αποθαρρύνανε

Αόριστος

εγώ αποθάρρυνα
εσύ αποθάρρυνες
αυτός/αυτή/αυτό αποθάρρυνε
εμείς αποθαρρύναμε
εσείς αποθαρρύνατε
αυτοί/αυτές/αυτά αποθάρρυναν / αποθαρρύναν / αποθαρρύνανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα αποθαρρύνω
εσύ θα αποθαρρύνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αποθαρρύνει
εμείς θα αποθαρρύνουμε
εσείς θα αποθαρρύνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποθαρρύνουν / θα αποθαρρύνουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα αποθαρρύνω
εσύ θα αποθαρρύνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αποθαρρύνει
εμείς θα αποθαρρύνουμε
εσείς θα αποθαρρύνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποθαρρύνουν / θα αποθαρρύνουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να αποθαρρύνω
εσύ να αποθαρρύνεις
αυτός/αυτή/αυτό να αποθαρρύνει
εμείς να αποθαρρύνουμε
εσείς να αποθαρρύνετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αποθαρρύνουν / αποθαρρύνουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω αποθαρρύνει
εσύ έχεις αποθαρρύνει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αποθαρρύνει
εμείς έχουμε αποθαρρύνει
εσείς έχετε αποθαρρύνει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αποθαρρύνει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα αποθαρρύνει
εσύ είχες αποθαρρύνει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αποθαρρύνει
εμείς είχαμε αποθαρρύνει
εσείς είχατε αποθαρρύνει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αποθαρρύνει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω αποθαρρύνει
εσύ θα έχεις αποθαρρύνει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αποθαρρύνει
εμείς θα έχουμε αποθαρρύνει
εσείς θα έχετε αποθαρρύνει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αποθαρρύνει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) αποθάρρυνε
(εσείς) αποθαρρύνετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) αποθάρρυνε
(εσείς) αποθαρρύνετε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ αποθαρρύνομαι
εσύ αποθαρρύνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό αποθαρρύνεται
εμείς αποθαρρυνόμαστε
εσείς αποθαρρύνεστε / αποθαρρυνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αποθαρρύνονται

Παρατατικός

εγώ αποθαρρυνόμουν / αποθαρρυνόμουνα
εσύ αποθαρρυνόσουν / αποθαρρυνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό αποθαρρυνόταν / αποθαρρυνότανε
εμείς αποθαρρυνόμασταν / αποθαρρυνόμαστε
εσείς αποθαρρυνόσασταν / αποθαρρυνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αποθαρρύνονταν / αποθαρρυνόντουσαν

Αόριστος

εγώ αποθαρρύνθηκα
εσύ αποθαρρύνθηκες
αυτός/αυτή/αυτό αποθαρρύνθηκε
εμείς αποθαρρυνθήκαμε
εσείς αποθαρρυνθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά αποθαρρύνθηκαν / αποθαρρυνθήκαν / αποθαρρυνθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα αποθαρρύνομαι
εσύ θα αποθαρρύνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα αποθαρρύνεται
εμείς θα αποθαρρυνόμαστε
εσείς θα αποθαρρύνεστε / θα αποθαρρυνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποθαρρύνονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα αποθαρρυνθώ
εσύ θα αποθαρρυνθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αποθαρρυνθεί
εμείς θα αποθαρρυνθούμε
εσείς θα αποθαρρυνθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποθαρρυνθούν / θα αποθαρρυνθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να αποθαρρυνθώ
εσύ να αποθαρρυνθείς
αυτός/αυτή/αυτό να αποθαρρυνθεί
εμείς να αποθαρρυνθούμε
εσείς να αποθαρρυνθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να αποθαρρυνθούν / αποθαρρυνθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω αποθαρρυνθεί
εσύ έχεις αποθαρρυνθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει αποθαρρυνθεί
εμείς έχουμε αποθαρρυνθεί
εσείς έχετε αποθαρρυνθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αποθαρρυνθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα αποθαρρυνθεί
εσύ είχες αποθαρρυνθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε αποθαρρυνθεί
εμείς είχαμε αποθαρρυνθεί
εσείς είχατε αποθαρρυνθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αποθαρρυνθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω αποθαρρυνθεί
εσύ θα έχεις αποθαρρυνθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αποθαρρυνθεί
εμείς θα έχουμε αποθαρρυνθεί
εσείς θα έχετε αποθαρρυνθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αποθαρρυνθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) αποθαρρύνεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) αποθαρρύνσου
(εσείς) αποθαρρυνθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

αποθαρρύνοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας αποθαρρύνει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

αποθαρρυνόμενος, -η, -ο

Μετοχή παρακειμένου

αποθαρρυμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

αποθαρρύνει

Απαρέμφατο (παθητικό)

αποθαρρυνθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.