to compensate, recompense, reward
Πλήρης κλίση του ρήματος αποζημιώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αποζημιώνω
εσύ αποζημιώνεις
αυτός/αυτή/αυτό αποζημιώνει
εμείς αποζημιώνουμε
εσείς αποζημιώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά αποζημιώνουν / αποζημιώνουνε
Παρατατικός
εγώ αποζημίωνα
εσύ αποζημίωνες
αυτός/αυτή/αυτό αποζημίωνε
εμείς αποζημιώναμε
εσείς αποζημιώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά αποζημίωναν / αποζημιώναν / αποζημιώνανε
Αόριστος
εγώ αποζημίωσα
εσύ αποζημίωσες
αυτός/αυτή/αυτό αποζημίωσε
εμείς αποζημιώσαμε
εσείς αποζημιώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αποζημίωσαν / αποζημιώσαν / αποζημιώσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αποζημιώνω
εσύ θα αποζημιώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αποζημιώνει
εμείς θα αποζημιώνουμε
εσείς θα αποζημιώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποζημιώνουν / θα αποζημιώνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αποζημιώσω
εσύ θα αποζημιώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αποζημιώσει
εμείς θα αποζημιώσουμε
εσείς θα αποζημιώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποζημιώσουν / θα αποζημιώσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αποζημιώσω
εσύ να αποζημιώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να αποζημιώσει
εμείς να αποζημιώσουμε
εσείς να αποζημιώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αποζημιώσουν / αποζημιώσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αποζημιώσει
εσύ έχεις αποζημιώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αποζημιώσει
εμείς έχουμε αποζημιώσει
εσείς έχετε αποζημιώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αποζημιώσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αποζημιώσει
εσύ είχες αποζημιώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αποζημιώσει
εμείς είχαμε αποζημιώσει
εσείς είχατε αποζημιώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αποζημιώσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αποζημιώσει
εσύ θα έχεις αποζημιώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αποζημιώσει
εμείς θα έχουμε αποζημιώσει
εσείς θα έχετε αποζημιώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αποζημιώσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) αποζημίωνε
(εσείς) αποζημιώνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αποζημίωσε
(εσείς) αποζημιώστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αποζημιώνομαι
εσύ αποζημιώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό αποζημιώνεται
εμείς αποζημιωνόμαστε
εσείς αποζημιώνεστε / αποζημιωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αποζημιώνονται
Παρατατικός
εγώ αποζημιωνόμουν / αποζημιωνόμουνα
εσύ αποζημιωνόσουν / αποζημιωνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό αποζημιωνόταν / αποζημιωνότανε
εμείς αποζημιωνόμασταν / αποζημιωνόμαστε
εσείς αποζημιωνόσασταν / αποζημιωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αποζημιώνονταν / αποζημιωνόντουσαν
Αόριστος
εγώ αποζημιώθηκα
εσύ αποζημιώθηκες
αυτός/αυτή/αυτό αποζημιώθηκε
εμείς αποζημιωθήκαμε
εσείς αποζημιωθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά αποζημιώθηκαν / αποζημιωθήκαν / αποζημιωθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αποζημιώνομαι
εσύ θα αποζημιώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα αποζημιώνεται
εμείς θα αποζημιωνόμαστε
εσείς θα αποζημιώνεστε / θα αποζημιωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποζημιώνονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αποζημιωθώ
εσύ θα αποζημιωθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αποζημιωθεί
εμείς θα αποζημιωθούμε
εσείς θα αποζημιωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποζημιωθούν / θα αποζημιωθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αποζημιωθώ
εσύ να αποζημιωθείς
αυτός/αυτή/αυτό να αποζημιωθεί
εμείς να αποζημιωθούμε
εσείς να αποζημιωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να αποζημιωθούν / αποζημιωθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αποζημιωθεί
εσύ έχεις αποζημιωθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει αποζημιωθεί
εμείς έχουμε αποζημιωθεί
εσείς έχετε αποζημιωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αποζημιωθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αποζημιωθεί
εσύ είχες αποζημιωθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε αποζημιωθεί
εμείς είχαμε αποζημιωθεί
εσείς είχατε αποζημιωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αποζημιωθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αποζημιωθεί
εσύ θα έχεις αποζημιωθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αποζημιωθεί
εμείς θα έχουμε αποζημιωθεί
εσείς θα έχετε αποζημιωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αποζημιωθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) αποζημιώνεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αποζημιώσου
(εσείς) αποζημιωθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
αποζημιώνοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας αποζημιώσει
Μετοχή παρακειμένου
αποζημιωμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
αποζημιώσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
αποζημιωθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.