to disapprove of, condemn
Πλήρης κλίση του ρήματος αποδοκιμάζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αποδοκιμάζω
εσύ αποδοκιμάζεις
αυτός/αυτή/αυτό αποδοκιμάζει
εμείς αποδοκιμάζουμε
εσείς αποδοκιμάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά αποδοκιμάζουν / αποδοκιμάζουνε
Παρατατικός
εγώ αποδοκίμαζα
εσύ αποδοκίμαζες
αυτός/αυτή/αυτό αποδοκίμαζε
εμείς αποδοκιμάζαμε
εσείς αποδοκιμάζατε
αυτοί/αυτές/αυτά αποδοκίμαζαν / αποδοκιμάζαν / αποδοκιμάζανε
Αόριστος
εγώ αποδοκίμασα
εσύ αποδοκίμασες
αυτός/αυτή/αυτό αποδοκίμασε
εμείς αποδοκιμάσαμε
εσείς αποδοκιμάσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αποδοκίμασαν / αποδοκιμάσαν / αποδοκιμάσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αποδοκιμάζω
εσύ θα αποδοκιμάζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αποδοκιμάζει
εμείς θα αποδοκιμάζουμε
εσείς θα αποδοκιμάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποδοκιμάζουν / θα αποδοκιμάζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αποδοκιμάσω
εσύ θα αποδοκιμάσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αποδοκιμάσει
εμείς θα αποδοκιμάσουμε
εσείς θα αποδοκιμάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποδοκιμάσουν / θα αποδοκιμάσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αποδοκιμάσω
εσύ να αποδοκιμάσεις
αυτός/αυτή/αυτό να αποδοκιμάσει
εμείς να αποδοκιμάσουμε
εσείς να αποδοκιμάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αποδοκιμάσουν / αποδοκιμάσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αποδοκιμάσει
εσύ έχεις αποδοκιμάσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αποδοκιμάσει
εμείς έχουμε αποδοκιμάσει
εσείς έχετε αποδοκιμάσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αποδοκιμάσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αποδοκιμάσει
εσύ είχες αποδοκιμάσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αποδοκιμάσει
εμείς είχαμε αποδοκιμάσει
εσείς είχατε αποδοκιμάσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αποδοκιμάσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αποδοκιμάσει
εσύ θα έχεις αποδοκιμάσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αποδοκιμάσει
εμείς θα έχουμε αποδοκιμάσει
εσείς θα έχετε αποδοκιμάσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αποδοκιμάσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) αποδοκίμαζε
(εσείς) αποδοκιμάζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αποδοκίμασε
(εσείς) αποδοκιμάστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αποδοκιμάζομαι
εσύ αποδοκιμάζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό αποδοκιμάζεται
εμείς αποδοκιμαζόμαστε
εσείς αποδοκιμάζεστε / αποδοκιμαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αποδοκιμάζονται
Παρατατικός
εγώ αποδοκιμαζόμουν / αποδοκιμαζόμουνα
εσύ αποδοκιμαζόσουν / αποδοκιμαζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό αποδοκιμαζόταν / αποδοκιμαζότανε
εμείς αποδοκιμαζόμασταν / αποδοκιμαζόμαστε
εσείς αποδοκιμαζόσασταν / αποδοκιμαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αποδοκιμάζονταν / αποδοκιμαζόντουσαν
Αόριστος
εγώ αποδοκιμάστηκα / αποδοκιμάσθηκα
εσύ αποδοκιμάστηκες / αποδοκιμάσθηκες
αυτός/αυτή/αυτό αποδοκιμάστηκε / αποδοκιμάσθηκε
εμείς αποδοκιμαστήκαμε / αποδοκιμασθήκαμε
εσείς αποδοκιμαστήκατε / αποδοκιμασθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά αποδοκιμάστηκαν / αποδοκιμαστήκαν / αποδοκιμαστήκανε / αποδοκιμάσθηκαν / αποδοκιμασθήκαν / αποδοκιμασθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αποδοκιμάζομαι
εσύ θα αποδοκιμάζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα αποδοκιμάζεται
εμείς θα αποδοκιμαζόμαστε
εσείς θα αποδοκιμάζεστε / θα αποδοκιμαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποδοκιμάζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αποδοκιμαστώ / θα αποδοκιμασθώ
εσύ θα αποδοκιμαστείς / θα αποδοκιμασθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αποδοκιμαστεί / θα αποδοκιμασθεί
εμείς θα αποδοκιμαστούμε / θα αποδοκιμασθούμε
εσείς θα αποδοκιμαστείτε / θα αποδοκιμασθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποδοκιμαστούν / θα αποδοκιμαστούνε / θα αποδοκιμασθούν / θα αποδοκιμασθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αποδοκιμαστώ / αποδοκιμασθώ
εσύ να αποδοκιμαστείς / αποδοκιμασθείς
αυτός/αυτή/αυτό να αποδοκιμαστεί / αποδοκιμασθεί
εμείς να αποδοκιμαστούμε / αποδοκιμασθούμε
εσείς να αποδοκιμαστείτε / αποδοκιμασθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να αποδοκιμαστούν / αποδοκιμαστούνε / αποδοκιμασθούν / αποδοκιμασθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αποδοκιμαστεί / αποδοκιμασθεί
εσύ έχεις αποδοκιμαστεί / αποδοκιμασθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει αποδοκιμαστεί / αποδοκιμασθεί
εμείς έχουμε αποδοκιμαστεί / αποδοκιμασθεί
εσείς έχετε αποδοκιμαστεί / αποδοκιμασθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αποδοκιμαστεί / αποδοκιμασθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αποδοκιμαστεί / αποδοκιμασθεί
εσύ είχες αποδοκιμαστεί / αποδοκιμασθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε αποδοκιμαστεί / αποδοκιμασθεί
εμείς είχαμε αποδοκιμαστεί / αποδοκιμασθεί
εσείς είχατε αποδοκιμαστεί / αποδοκιμασθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αποδοκιμαστεί / αποδοκιμασθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αποδοκιμαστεί / αποδοκιμασθεί
εσύ θα έχεις αποδοκιμαστεί / αποδοκιμασθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αποδοκιμαστεί / αποδοκιμασθεί
εμείς θα έχουμε αποδοκιμαστεί / αποδοκιμασθεί
εσείς θα έχετε αποδοκιμαστεί / αποδοκιμασθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αποδοκιμαστεί / αποδοκιμασθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) αποδοκιμάζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αποδοκιμάσου
(εσείς) αποδοκιμαστείτε / αποδοκιμασθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
αποδοκιμάζοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας αποδοκιμάσει
Μετοχή παρακειμένου
αποδοκιμασμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
αποδοκιμάσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
αποδοκιμαστεί / αποδοκιμασθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.