to liberate, release
Πλήρης κλίση του ρήματος αποδεσμεύω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αποδεσμεύω
εσύ αποδεσμεύεις
αυτός/αυτή/αυτό αποδεσμεύει
εμείς αποδεσμεύουμε
εσείς αποδεσμεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά αποδεσμεύουν / αποδεσμεύουνε
Παρατατικός
εγώ αποδέσμευα
εσύ αποδέσμευες
αυτός/αυτή/αυτό αποδέσμευε
εμείς αποδεσμεύαμε
εσείς αποδεσμεύατε
αυτοί/αυτές/αυτά αποδέσμευαν / αποδεσμεύαν / αποδεσμεύανε
Αόριστος
εγώ αποδέσμευσα
εσύ αποδέσμευσες
αυτός/αυτή/αυτό αποδέσμευσε
εμείς αποδεσμεύσαμε
εσείς αποδεσμεύσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αποδέσμευσαν / αποδεσμεύσαν / αποδεσμεύσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αποδεσμεύω
εσύ θα αποδεσμεύεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αποδεσμεύει
εμείς θα αποδεσμεύουμε
εσείς θα αποδεσμεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποδεσμεύουν / θα αποδεσμεύουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αποδεσμεύσω
εσύ θα αποδεσμεύσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αποδεσμεύσει
εμείς θα αποδεσμεύσουμε
εσείς θα αποδεσμεύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποδεσμεύσουν / θα αποδεσμεύσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αποδεσμεύσω
εσύ να αποδεσμεύσεις
αυτός/αυτή/αυτό να αποδεσμεύσει
εμείς να αποδεσμεύσουμε
εσείς να αποδεσμεύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αποδεσμεύσουν / αποδεσμεύσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αποδεσμεύσει
εσύ έχεις αποδεσμεύσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αποδεσμεύσει
εμείς έχουμε αποδεσμεύσει
εσείς έχετε αποδεσμεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αποδεσμεύσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αποδεσμεύσει
εσύ είχες αποδεσμεύσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αποδεσμεύσει
εμείς είχαμε αποδεσμεύσει
εσείς είχατε αποδεσμεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αποδεσμεύσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αποδεσμεύσει
εσύ θα έχεις αποδεσμεύσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αποδεσμεύσει
εμείς θα έχουμε αποδεσμεύσει
εσείς θα έχετε αποδεσμεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αποδεσμεύσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) αποδέσμευε
(εσείς) αποδεσμεύετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αποδέσμευσε
(εσείς) αποδεσμεύστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αποδεσμεύομαι
εσύ αποδεσμεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό αποδεσμεύεται
εμείς αποδεσμευόμαστε
εσείς αποδεσμεύεστε / αποδεσμευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αποδεσμεύονται
Παρατατικός
εγώ αποδεσμευόμουν / αποδεσμευόμουνα
εσύ αποδεσμευόσουν / αποδεσμευόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό αποδεσμευόταν / αποδεσμευότανε
εμείς αποδεσμευόμασταν / αποδεσμευόμαστε
εσείς αποδεσμευόσασταν / αποδεσμευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αποδεσμεύονταν / αποδεσμευόντουσαν
Αόριστος
εγώ αποδεσμεύτηκα / αποδεσμεύθηκα
εσύ αποδεσμεύτηκες / αποδεσμεύθηκες
αυτός/αυτή/αυτό αποδεσμεύτηκε / αποδεσμεύθηκε
εμείς αποδεσμευτήκαμε / αποδεσμευθήκαμε
εσείς αποδεσμευτήκατε / αποδεσμευθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά αποδεσμεύτηκαν / αποδεσμευτήκαν / αποδεσμευτήκανε / αποδεσμεύθηκαν / αποδεσμευθήκαν / αποδεσμευθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αποδεσμεύομαι
εσύ θα αποδεσμεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα αποδεσμεύεται
εμείς θα αποδεσμευόμαστε
εσείς θα αποδεσμεύεστε / θα αποδεσμευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποδεσμεύονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αποδεσμευτώ / θα αποδεσμευθώ
εσύ θα αποδεσμευτείς / θα αποδεσμευθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αποδεσμευτεί / θα αποδεσμευθεί
εμείς θα αποδεσμευτούμε / θα αποδεσμευθούμε
εσείς θα αποδεσμευτείτε / θα αποδεσμευθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποδεσμευτούν / θα αποδεσμευτούνε / θα αποδεσμευθούν / θα αποδεσμευθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αποδεσμευτώ / αποδεσμευθώ
εσύ να αποδεσμευτείς / αποδεσμευθείς
αυτός/αυτή/αυτό να αποδεσμευτεί / αποδεσμευθεί
εμείς να αποδεσμευτούμε / αποδεσμευθούμε
εσείς να αποδεσμευτείτε / αποδεσμευθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να αποδεσμευτούν / αποδεσμευτούνε / αποδεσμευθούν / αποδεσμευθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αποδεσμευτεί / αποδεσμευθεί
εσύ έχεις αποδεσμευτεί / αποδεσμευθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει αποδεσμευτεί / αποδεσμευθεί
εμείς έχουμε αποδεσμευτεί / αποδεσμευθεί
εσείς έχετε αποδεσμευτεί / αποδεσμευθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αποδεσμευτεί / αποδεσμευθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αποδεσμευτεί / αποδεσμευθεί
εσύ είχες αποδεσμευτεί / αποδεσμευθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε αποδεσμευτεί / αποδεσμευθεί
εμείς είχαμε αποδεσμευτεί / αποδεσμευθεί
εσείς είχατε αποδεσμευτεί / αποδεσμευθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αποδεσμευτεί / αποδεσμευθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αποδεσμευτεί / αποδεσμευθεί
εσύ θα έχεις αποδεσμευτεί / αποδεσμευθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αποδεσμευτεί / αποδεσμευθεί
εμείς θα έχουμε αποδεσμευτεί / αποδεσμευθεί
εσείς θα έχετε αποδεσμευτεί / αποδεσμευθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αποδεσμευτεί / αποδεσμευθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) αποδεσμεύεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αποδεσμεύσου
(εσείς) αποδεσμευτείτε / αποδεσμευθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
αποδεσμεύοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας αποδεσμεύσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
αποδεσμευόμενος, -η, -ο
Μετοχή παρακειμένου
αποδεσμευμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
αποδεσμεύσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
αποδεσμευτεί / αποδεσμευθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.