Κλίση του ρήματος αποδεκατίζω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

αποδεκατίζω
to decimate (Roman empire)
Πλήρης κλίση του ρήματος αποδεκατίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ αποδεκατίζω
εσύ αποδεκατίζεις
αυτός/αυτή/αυτό αποδεκατίζει
εμείς αποδεκατίζουμε
εσείς αποδεκατίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά αποδεκατίζουν / αποδεκατίζουνε

Παρατατικός

εγώ αποδεκάτιζα
εσύ αποδεκάτιζες
αυτός/αυτή/αυτό αποδεκάτιζε
εμείς αποδεκατίζαμε
εσείς αποδεκατίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά αποδεκάτιζαν / αποδεκατίζαν / αποδεκατίζανε

Αόριστος

εγώ αποδεκάτισα
εσύ αποδεκάτισες
αυτός/αυτή/αυτό αποδεκάτισε
εμείς αποδεκατίσαμε
εσείς αποδεκατίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αποδεκάτισαν / αποδεκατίσαν / αποδεκατίσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα αποδεκατίζω
εσύ θα αποδεκατίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αποδεκατίζει
εμείς θα αποδεκατίζουμε
εσείς θα αποδεκατίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποδεκατίζουν / θα αποδεκατίζουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα αποδεκατίσω
εσύ θα αποδεκατίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αποδεκατίσει
εμείς θα αποδεκατίσουμε
εσείς θα αποδεκατίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποδεκατίσουν / θα αποδεκατίσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να αποδεκατίσω
εσύ να αποδεκατίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να αποδεκατίσει
εμείς να αποδεκατίσουμε
εσείς να αποδεκατίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αποδεκατίσουν / αποδεκατίσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω αποδεκατίσει
εσύ έχεις αποδεκατίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αποδεκατίσει
εμείς έχουμε αποδεκατίσει
εσείς έχετε αποδεκατίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αποδεκατίσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα αποδεκατίσει
εσύ είχες αποδεκατίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αποδεκατίσει
εμείς είχαμε αποδεκατίσει
εσείς είχατε αποδεκατίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αποδεκατίσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω αποδεκατίσει
εσύ θα έχεις αποδεκατίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αποδεκατίσει
εμείς θα έχουμε αποδεκατίσει
εσείς θα έχετε αποδεκατίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αποδεκατίσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) αποδεκάτιζε
(εσείς) αποδεκατίζετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) αποδεκάτισε
(εσείς) αποδεκατίστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ αποδεκατίζομαι
εσύ αποδεκατίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό αποδεκατίζεται
εμείς αποδεκατιζόμαστε
εσείς αποδεκατίζεστε / αποδεκατιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αποδεκατίζονται

Παρατατικός

εγώ αποδεκατιζόμουν / αποδεκατιζόμουνα
εσύ αποδεκατιζόσουν / αποδεκατιζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό αποδεκατιζόταν / αποδεκατιζότανε
εμείς αποδεκατιζόμασταν / αποδεκατιζόμαστε
εσείς αποδεκατιζόσασταν / αποδεκατιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αποδεκατίζονταν / αποδεκατιζόντουσαν

Αόριστος

εγώ αποδεκατίστηκα
εσύ αποδεκατίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό αποδεκατίστηκε
εμείς αποδεκατιστήκαμε
εσείς αποδεκατιστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά αποδεκατίστηκαν / αποδεκατιστήκαν / αποδεκατιστήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα αποδεκατίζομαι
εσύ θα αποδεκατίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα αποδεκατίζεται
εμείς θα αποδεκατιζόμαστε
εσείς θα αποδεκατίζεστε / θα αποδεκατιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποδεκατίζονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα αποδεκατιστώ
εσύ θα αποδεκατιστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αποδεκατιστεί
εμείς θα αποδεκατιστούμε
εσείς θα αποδεκατιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποδεκατιστούν / θα αποδεκατιστούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να αποδεκατιστώ
εσύ να αποδεκατιστείς
αυτός/αυτή/αυτό να αποδεκατιστεί
εμείς να αποδεκατιστούμε
εσείς να αποδεκατιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να αποδεκατιστούν / αποδεκατιστούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω αποδεκατιστεί
εσύ έχεις αποδεκατιστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει αποδεκατιστεί
εμείς έχουμε αποδεκατιστεί
εσείς έχετε αποδεκατιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αποδεκατιστεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα αποδεκατιστεί
εσύ είχες αποδεκατιστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε αποδεκατιστεί
εμείς είχαμε αποδεκατιστεί
εσείς είχατε αποδεκατιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αποδεκατιστεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω αποδεκατιστεί
εσύ θα έχεις αποδεκατιστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αποδεκατιστεί
εμείς θα έχουμε αποδεκατιστεί
εσείς θα έχετε αποδεκατιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αποδεκατιστεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) αποδεκατίζεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) αποδεκατίσου
(εσείς) αποδεκατιστείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

αποδεκατίζοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας αποδεκατίσει

Μετοχή παρακειμένου

αποδεκατισμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

αποδεκατίσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

αποδεκατιστεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.