to prove, demonstrate
Πλήρης κλίση του ρήματος αποδεικνύω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αποδεικνύω
εσύ αποδεικνύεις
αυτός/αυτή/αυτό αποδεικνύει
εμείς αποδεικνύουμε
εσείς αποδεικνύετε
αυτοί/αυτές/αυτά αποδεικνύουν / αποδεικνύουνε
Παρατατικός
εγώ αποδείκνυα
εσύ αποδείκνυες
αυτός/αυτή/αυτό αποδείκνυε
εμείς αποδεικνύαμε
εσείς αποδεικνύατε
αυτοί/αυτές/αυτά αποδείκνυαν / αποδεικνύαν / αποδεικνύανε
Αόριστος
εγώ απέδειξα / απόδειξα
εσύ απέδειξες / απόδειξες
αυτός/αυτή/αυτό απέδειξε / απόδειξε
εμείς αποδείξαμε
εσείς αποδείξατε
αυτοί/αυτές/αυτά απέδειξαν / αποδείξαν / αποδείξανε / απόδειξαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αποδεικνύω
εσύ θα αποδεικνύεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αποδεικνύει
εμείς θα αποδεικνύουμε
εσείς θα αποδεικνύετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποδεικνύουν / θα αποδεικνύουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αποδείξω
εσύ θα αποδείξεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αποδείξει
εμείς θα αποδείξουμε
εσείς θα αποδείξετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποδείξουν / θα αποδείξουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αποδείξω
εσύ να αποδείξεις
αυτός/αυτή/αυτό να αποδείξει
εμείς να αποδείξουμε
εσείς να αποδείξετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αποδείξουν / αποδείξουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αποδείξει
εσύ έχεις αποδείξει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αποδείξει
εμείς έχουμε αποδείξει
εσείς έχετε αποδείξει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αποδείξει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αποδείξει
εσύ είχες αποδείξει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αποδείξει
εμείς είχαμε αποδείξει
εσείς είχατε αποδείξει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αποδείξει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αποδείξει
εσύ θα έχεις αποδείξει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αποδείξει
εμείς θα έχουμε αποδείξει
εσείς θα έχετε αποδείξει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αποδείξει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) αποδείκνυε
(εσείς) αποδεικνύετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) απόδειξε
(εσείς) αποδείξτε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αποδεικνύομαι
εσύ αποδεικνύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό αποδεικνύεται
εμείς αποδεικνυόμαστε
εσείς αποδεικνύεστε / αποδεικνυόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αποδεικνύονται
Παρατατικός
εγώ αποδεικνυόμουν / αποδεικνυόμουνα
εσύ αποδεικνυόσουν / αποδεικνυόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό αποδεικνυόταν / αποδεικνυότανε
εμείς αποδεικνυόμασταν / αποδεικνυόμαστε
εσείς αποδεικνυόσασταν / αποδεικνυόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αποδεικνύονταν / αποδεικνυόντουσαν
Αόριστος
εγώ αποδείχτηκα / αποδείχθηκα
εσύ αποδείχτηκες / αποδείχθηκες
αυτός/αυτή/αυτό αποδείχτηκε / αποδείχθηκε / απεδείχθη
εμείς αποδειχτήκαμε / αποδειχθήκαμε
εσείς αποδειχτήκατε / αποδειχθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά αποδείχτηκαν / αποδειχτήκαν / αποδειχτήκανε / αποδείχθηκαν / αποδειχθήκαν / αποδειχθήκανε / απεδείχθησαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αποδεικνύομαι
εσύ θα αποδεικνύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα αποδεικνύεται
εμείς θα αποδεικνυόμαστε
εσείς θα αποδεικνύεστε / θα αποδεικνυόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποδεικνύονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αποδειχτώ / θα αποδειχθώ
εσύ θα αποδειχτείς / θα αποδειχθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αποδειχτεί / θα αποδειχθεί
εμείς θα αποδειχτούμε / θα αποδειχθούμε
εσείς θα αποδειχτείτε / θα αποδειχθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποδειχτούν / θα αποδειχτούνε / θα αποδειχθούν / θα αποδειχθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αποδειχτώ / αποδειχθώ
εσύ να αποδειχτείς / αποδειχθείς
αυτός/αυτή/αυτό να αποδειχτεί / αποδειχθεί
εμείς να αποδειχτούμε / αποδειχθούμε
εσείς να αποδειχτείτε / αποδειχθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να αποδειχτούν / αποδειχτούνε / αποδειχθούν / αποδειχθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αποδειχτεί / αποδειχθεί
εσύ έχεις αποδειχτεί / αποδειχθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει αποδειχτεί / αποδειχθεί
εμείς έχουμε αποδειχτεί / αποδειχθεί
εσείς έχετε αποδειχτεί / αποδειχθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αποδειχτεί / αποδειχθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αποδειχτεί / αποδειχθεί
εσύ είχες αποδειχτεί / αποδειχθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε αποδειχτεί / αποδειχθεί
εμείς είχαμε αποδειχτεί / αποδειχθεί
εσείς είχατε αποδειχτεί / αποδειχθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αποδειχτεί / αποδειχθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αποδειχτεί / αποδειχθεί
εσύ θα έχεις αποδειχτεί / αποδειχθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αποδειχτεί / αποδειχθεί
εμείς θα έχουμε αποδειχτεί / αποδειχθεί
εσείς θα έχετε αποδειχτεί / αποδειχθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αποδειχτεί / αποδειχθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) αποδεικνύεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αποδείξου
(εσείς) αποδειχτείτε / αποδειχθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
αποδεικνύοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας αποδείξει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
αποδεικνυόμενος, -η, -ο
Μετοχή παρακειμένου
αποδεδειγμένος, -η, -o
Απαρέμφατο
αποδείξει
Απαρέμφατο (παθητικό)
αποδειχτεί / αποδειχθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.