to get into the air, take off
Πλήρης κλίση του ρήματος απογειώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ απογειώνω
εσύ απογειώνεις
αυτός/αυτή/αυτό απογειώνει
εμείς απογειώνουμε
εσείς απογειώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά απογειώνουν / απογειώνουνε
Παρατατικός
εγώ απογείωνα
εσύ απογείωνες
αυτός/αυτή/αυτό απογείωνε
εμείς απογειώναμε
εσείς απογειώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά απογείωναν / απογειώναν / απογειώνανε
Αόριστος
εγώ απογείωσα
εσύ απογείωσες
αυτός/αυτή/αυτό απογείωσε
εμείς απογειώσαμε
εσείς απογειώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά απογείωσαν / απογειώσαν / απογειώσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα απογειώνω
εσύ θα απογειώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα απογειώνει
εμείς θα απογειώνουμε
εσείς θα απογειώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα απογειώνουν / θα απογειώνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα απογειώσω
εσύ θα απογειώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα απογειώσει
εμείς θα απογειώσουμε
εσείς θα απογειώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα απογειώσουν / θα απογειώσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να απογειώσω
εσύ να απογειώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να απογειώσει
εμείς να απογειώσουμε
εσείς να απογειώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να απογειώσουν / απογειώσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω απογειώσει
εσύ έχεις απογειώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει απογειώσει
εμείς έχουμε απογειώσει
εσείς έχετε απογειώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν απογειώσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα απογειώσει
εσύ είχες απογειώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε απογειώσει
εμείς είχαμε απογειώσει
εσείς είχατε απογειώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν απογειώσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω απογειώσει
εσύ θα έχεις απογειώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει απογειώσει
εμείς θα έχουμε απογειώσει
εσείς θα έχετε απογειώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν απογειώσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) απογείωνε
(εσείς) απογειώνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) απογείωσε
(εσείς) απογειώστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ απογειώνομαι
εσύ απογειώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό απογειώνεται
εμείς απογειωνόμαστε
εσείς απογειώνεστε / απογειωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά απογειώνονται
Παρατατικός
εγώ απογειωνόμουν / απογειωνόμουνα
εσύ απογειωνόσουν / απογειωνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό απογειωνόταν / απογειωνότανε
εμείς απογειωνόμασταν / απογειωνόμαστε
εσείς απογειωνόσασταν / απογειωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά απογειώνονταν / απογειωνόντουσαν
Αόριστος
εγώ απογειώθηκα
εσύ απογειώθηκες
αυτός/αυτή/αυτό απογειώθηκε
εμείς απογειωθήκαμε
εσείς απογειωθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά απογειώθηκαν / απογειωθήκαν / απογειωθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα απογειώνομαι
εσύ θα απογειώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα απογειώνεται
εμείς θα απογειωνόμαστε
εσείς θα απογειώνεστε / θα απογειωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα απογειώνονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα απογειωθώ
εσύ θα απογειωθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα απογειωθεί
εμείς θα απογειωθούμε
εσείς θα απογειωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα απογειωθούν / θα απογειωθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να απογειωθώ
εσύ να απογειωθείς
αυτός/αυτή/αυτό να απογειωθεί
εμείς να απογειωθούμε
εσείς να απογειωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να απογειωθούν / απογειωθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω απογειωθεί
εσύ έχεις απογειωθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει απογειωθεί
εμείς έχουμε απογειωθεί
εσείς έχετε απογειωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν απογειωθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα απογειωθεί
εσύ είχες απογειωθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε απογειωθεί
εμείς είχαμε απογειωθεί
εσείς είχατε απογειωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν απογειωθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω απογειωθεί
εσύ θα έχεις απογειωθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει απογειωθεί
εμείς θα έχουμε απογειωθεί
εσείς θα έχετε απογειωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν απογειωθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) απογειώνεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) απογειώσου
(εσείς) απογειωθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
απογειώνοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας απογειώσει
Μετοχή παρακειμένου
απογειωμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
απογειώσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
απογειωθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.