to wean (infant)
Πλήρης κλίση του ρήματος απογαλακτίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ απογαλακτίζω
εσύ απογαλακτίζεις
αυτός/αυτή/αυτό απογαλακτίζει
εμείς απογαλακτίζουμε
εσείς απογαλακτίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά απογαλακτίζουν / απογαλακτίζουνε
Παρατατικός
εγώ απογαλάκτιζα
εσύ απογαλάκτιζες
αυτός/αυτή/αυτό απογαλάκτιζε
εμείς απογαλακτίζαμε
εσείς απογαλακτίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά απογαλάκτιζαν / απογαλακτίζαν / απογαλακτίζανε
Αόριστος
εγώ απογαλάκτισα
εσύ απογαλάκτισες
αυτός/αυτή/αυτό απογαλάκτισε
εμείς απογαλακτίσαμε
εσείς απογαλακτίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά απογαλάκτισαν / απογαλακτίσαν / απογαλακτίσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα απογαλακτίζω
εσύ θα απογαλακτίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα απογαλακτίζει
εμείς θα απογαλακτίζουμε
εσείς θα απογαλακτίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα απογαλακτίζουν / θα απογαλακτίζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα απογαλακτίσω
εσύ θα απογαλακτίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα απογαλακτίσει
εμείς θα απογαλακτίσουμε
εσείς θα απογαλακτίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα απογαλακτίσουν / θα απογαλακτίσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να απογαλακτίσω
εσύ να απογαλακτίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να απογαλακτίσει
εμείς να απογαλακτίσουμε
εσείς να απογαλακτίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να απογαλακτίσουν / απογαλακτίσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω απογαλακτίσει
εσύ έχεις απογαλακτίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει απογαλακτίσει
εμείς έχουμε απογαλακτίσει
εσείς έχετε απογαλακτίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν απογαλακτίσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα απογαλακτίσει
εσύ είχες απογαλακτίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε απογαλακτίσει
εμείς είχαμε απογαλακτίσει
εσείς είχατε απογαλακτίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν απογαλακτίσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω απογαλακτίσει
εσύ θα έχεις απογαλακτίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει απογαλακτίσει
εμείς θα έχουμε απογαλακτίσει
εσείς θα έχετε απογαλακτίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν απογαλακτίσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) απογαλάκτιζε
(εσείς) απογαλακτίζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) απογαλάκτισε
(εσείς) απογαλακτίστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ απογαλακτίζομαι
εσύ απογαλακτίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό απογαλακτίζεται
εμείς απογαλακτισόμαστε
εσείς απογαλακτίζεστε / απογαλακτισόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά απογαλακτίζονται
Παρατατικός
εγώ απογαλακτισόμουν / απογαλακτισόμουνα
εσύ απογαλακτισόσουν / απογαλακτισόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό απογαλακτισόταν / απογαλακτισότανε
εμείς απογαλακτισόμασταν / απογαλακτισόμαστε
εσείς απογαλακτισόσασταν / απογαλακτισόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά απογαλακτίζονταν / απογαλακτισόντουσαν
Αόριστος
εγώ απογαλακτίστηκα
εσύ απογαλακτίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό απογαλακτίστηκε
εμείς απογαλακτιστήκαμε
εσείς απογαλακτιστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά απογαλακτίστηκαν / απογαλακτιστήκαν / απογαλακτιστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα απογαλακτίζομαι
εσύ θα απογαλακτίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα απογαλακτίζεται
εμείς θα απογαλακτισόμαστε
εσείς θα απογαλακτίζεστε / θα απογαλακτισόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα απογαλακτίζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα απογαλακτιστώ
εσύ θα απογαλακτιστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα απογαλακτιστεί
εμείς θα απογαλακτιστούμε
εσείς θα απογαλακτιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα απογαλακτιστούν / θα απογαλακτιστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να απογαλακτιστώ
εσύ να απογαλακτιστείς
αυτός/αυτή/αυτό να απογαλακτιστεί
εμείς να απογαλακτιστούμε
εσείς να απογαλακτιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να απογαλακτιστούν / απογαλακτιστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω απογαλακτιστεί
εσύ έχεις απογαλακτιστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει απογαλακτιστεί
εμείς έχουμε απογαλακτιστεί
εσείς έχετε απογαλακτιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν απογαλακτιστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα απογαλακτιστεί
εσύ είχες απογαλακτιστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε απογαλακτιστεί
εμείς είχαμε απογαλακτιστεί
εσείς είχατε απογαλακτιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν απογαλακτιστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω απογαλακτιστεί
εσύ θα έχεις απογαλακτιστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει απογαλακτιστεί
εμείς θα έχουμε απογαλακτιστεί
εσείς θα έχετε απογαλακτιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν απογαλακτιστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) απογαλακτίζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) απογαλακτίσου
(εσείς) απογαλακτιστείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
απογαλακτίζοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας απογαλακτίσει
Μετοχή παρακειμένου
απογαλακτισμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
απογαλακτίσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
απογαλακτιστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.