Κλίση του ρήματος απλώνω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

απλώνω
to spread, spread out
Πλήρης κλίση του ρήματος απλώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ απλώνω
εσύ απλώνεις
αυτός/αυτή/αυτό απλώνει
εμείς απλώνουμε
εσείς απλώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά απλώνουν / απλώνουνε

Παρατατικός

εγώ άπλωνα
εσύ άπλωνες
αυτός/αυτή/αυτό άπλωνε
εμείς απλώναμε
εσείς απλώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά άπλωναν / απλώναν / απλώνανε

Αόριστος

εγώ άπλωσα
εσύ άπλωσες
αυτός/αυτή/αυτό άπλωσε
εμείς απλώσαμε
εσείς απλώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά άπλωσαν / απλώσαν / απλώσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα απλώνω
εσύ θα απλώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα απλώνει
εμείς θα απλώνουμε
εσείς θα απλώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα απλώνουν / θα απλώνουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα απλώσω
εσύ θα απλώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα απλώσει
εμείς θα απλώσουμε
εσείς θα απλώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα απλώσουν / θα απλώσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να απλώσω
εσύ να απλώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να απλώσει
εμείς να απλώσουμε
εσείς να απλώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να απλώσουν / απλώσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω απλώσει
εσύ έχεις απλώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει απλώσει
εμείς έχουμε απλώσει
εσείς έχετε απλώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν απλώσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα απλώσει
εσύ είχες απλώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε απλώσει
εμείς είχαμε απλώσει
εσείς είχατε απλώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν απλώσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω απλώσει
εσύ θα έχεις απλώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει απλώσει
εμείς θα έχουμε απλώσει
εσείς θα έχετε απλώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν απλώσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) άπλωνε
(εσείς) απλώνετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) άπλωσε
(εσείς) απλώστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ απλώνομαι
εσύ απλώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό απλώνεται
εμείς απλωνόμαστε
εσείς απλώνεστε / απλωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά απλώνονται

Παρατατικός

εγώ απλωνόμουν / απλωνόμουνα
εσύ απλωνόσουν / απλωνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό απλωνόταν / απλωνότανε
εμείς απλωνόμασταν / απλωνόμαστε
εσείς απλωνόσασταν / απλωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά απλώνονταν / απλωνόντουσαν

Αόριστος

εγώ απλώθηκα
εσύ απλώθηκες
αυτός/αυτή/αυτό απλώθηκε
εμείς απλωθήκαμε
εσείς απλωθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά απλώθηκαν / απλωθήκαν / απλωθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα απλώνομαι
εσύ θα απλώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα απλώνεται
εμείς θα απλωνόμαστε
εσείς θα απλώνεστε / θα απλωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα απλώνονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα απλωθώ
εσύ θα απλωθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα απλωθεί
εμείς θα απλωθούμε
εσείς θα απλωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα απλωθούν / θα απλωθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να απλωθώ
εσύ να απλωθείς
αυτός/αυτή/αυτό να απλωθεί
εμείς να απλωθούμε
εσείς να απλωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να απλωθούν / απλωθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω απλωθεί
εσύ έχεις απλωθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει απλωθεί
εμείς έχουμε απλωθεί
εσείς έχετε απλωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν απλωθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα απλωθεί
εσύ είχες απλωθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε απλωθεί
εμείς είχαμε απλωθεί
εσείς είχατε απλωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν απλωθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω απλωθεί
εσύ θα έχεις απλωθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει απλωθεί
εμείς θα έχουμε απλωθεί
εσείς θα έχετε απλωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν απλωθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) απλώνεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) απλώσου
(εσείς) απλωθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

απλώνοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας απλώσει

Μετοχή παρακειμένου

απλωμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

απλώσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

απλωθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.