to emaciate, make thin or skinny
Πλήρης κλίση του ρήματος απισχναίνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ απισχναίνω
εσύ απισχναίνεις
αυτός/αυτή/αυτό απισχναίνει
εμείς απισχναίνουμε
εσείς απισχναίνετε
αυτοί/αυτές/αυτά απισχναίνουν / απισχναίνουνε
Παρατατικός
εγώ απίσχναινα
εσύ απίσχναινες
αυτός/αυτή/αυτό απίσχναινε
εμείς απισχναίναμε
εσείς απισχναίνατε
αυτοί/αυτές/αυτά απίσχναιναν / απισχναίναν / απισχναίνανε
Αόριστος
εγώ απίσχνανα
εσύ απίσχνανες
αυτός/αυτή/αυτό απίσχνανε
εμείς απισχνάναμε
εσείς απισχνάνατε
αυτοί/αυτές/αυτά απίσχναναν / απισχνάναν / απισχνάνανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα απισχναίνω
εσύ θα απισχναίνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα απισχναίνει
εμείς θα απισχναίνουμε
εσείς θα απισχναίνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα απισχναίνουν / θα απισχναίνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα απισχνάνω
εσύ θα απισχνάνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα απισχνάνει
εμείς θα απισχνάνουμε
εσείς θα απισχνάνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα απισχνάνουν / θα απισχνάνουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να απισχνάνω
εσύ να απισχνάνεις
αυτός/αυτή/αυτό να απισχνάνει
εμείς να απισχνάνουμε
εσείς να απισχνάνετε
αυτοί/αυτές/αυτά να απισχνάνουν / απισχνάνουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω απισχνάνει
εσύ έχεις απισχνάνει
αυτός/αυτή/αυτό έχει απισχνάνει
εμείς έχουμε απισχνάνει
εσείς έχετε απισχνάνει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν απισχνάνει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα απισχνάνει
εσύ είχες απισχνάνει
αυτός/αυτή/αυτό είχε απισχνάνει
εμείς είχαμε απισχνάνει
εσείς είχατε απισχνάνει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν απισχνάνει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω απισχνάνει
εσύ θα έχεις απισχνάνει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει απισχνάνει
εμείς θα έχουμε απισχνάνει
εσείς θα έχετε απισχνάνει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν απισχνάνει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) απίσχναινε
(εσείς) απισχναίνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) απίσχνανε
(εσείς) απισχνάνετε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ απισχναίνομαι
εσύ απισχναίνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό απισχναίνεται
εμείς απισχναινόμαστε
εσείς απισχναίνεστε / απισχναινόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά απισχναίνονται
Παρατατικός
εγώ απισχναινόμουν / απισχναινόμουνα
εσύ απισχναινόσουν / απισχναινόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό απισχναινόταν / απισχναινότανε
εμείς απισχναινόμασταν / απισχναινόμαστε
εσείς απισχναινόσασταν / απισχναινόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά απισχναίνονταν / απισχναινόντουσαν
Αόριστος
εγώ απισχνάνθηκα
εσύ απισχνάνθηκες
αυτός/αυτή/αυτό απισχνάνθηκε
εμείς απισχνανθήκαμε
εσείς απισχνανθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά απισχνάνθηκαν / απισχνανθήκαν / απισχνανθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα απισχναίνομαι
εσύ θα απισχναίνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα απισχναίνεται
εμείς θα απισχναινόμαστε
εσείς θα απισχναίνεστε / θα απισχναινόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα απισχναίνονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα απισχνανθώ
εσύ θα απισχνανθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα απισχνανθεί
εμείς θα απισχνανθούμε
εσείς θα απισχνανθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα απισχνανθούν / θα απισχνανθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να απισχνανθώ
εσύ να απισχνανθείς
αυτός/αυτή/αυτό να απισχνανθεί
εμείς να απισχνανθούμε
εσείς να απισχνανθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να απισχνανθούν / απισχνανθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω απισχνανθεί
εσύ έχεις απισχνανθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει απισχνανθεί
εμείς έχουμε απισχνανθεί
εσείς έχετε απισχνανθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν απισχνανθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα απισχνανθεί
εσύ είχες απισχνανθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε απισχνανθεί
εμείς είχαμε απισχνανθεί
εσείς είχατε απισχνανθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν απισχνανθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω απισχνανθεί
εσύ θα έχεις απισχνανθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει απισχνανθεί
εμείς θα έχουμε απισχνανθεί
εσείς θα έχετε απισχνανθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν απισχνανθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) απισχναίνεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) απισχνάνσου
(εσείς) απισχνανθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
απισχναίνοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας απισχνάνει
Μετοχή παρακειμένου
απισχνασμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
απισχνάνει
Απαρέμφατο (παθητικό)
απισχνανθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.