Κλίση του ρήματος απενεργοποιώ

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

απενεργοποιώ
to deactivate, to shut down, to disable (to put a mechanism, device or system out of operation)
Πλήρης κλίση του ρήματος απενεργοποιώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ απενεργοποιώ
εσύ απενεργοποιείς
αυτός/αυτή/αυτό απενεργοποιεί
εμείς απενεργοποιούμε
εσείς απενεργοποιείτε
αυτοί/αυτές/αυτά απενεργοποιούν / απενεργοποιούνε

Παρατατικός

εγώ απενεργοποιούσα
εσύ απενεργοποιούσες
αυτός/αυτή/αυτό απενεργοποιούσε
εμείς απενεργοποιούσαμε
εσείς απενεργοποιούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά απενεργοποιούσαν / απενεργοποιούσανε

Αόριστος

εγώ απενεργοποίησα
εσύ απενεργοποίησες
αυτός/αυτή/αυτό απενεργοποίησε
εμείς απενεργοποιήσαμε
εσείς απενεργοποιήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά απενεργοποίησαν / απενεργοποιήσαν / απενεργοποιήσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα απενεργοποιώ
εσύ θα απενεργοποιείς
αυτός/αυτή/αυτό θα απενεργοποιεί
εμείς θα απενεργοποιούμε
εσείς θα απενεργοποιείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα απενεργοποιούν / θα απενεργοποιούνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα απενεργοποιήσω
εσύ θα απενεργοποιήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα απενεργοποιήσει
εμείς θα απενεργοποιήσουμε
εσείς θα απενεργοποιήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα απενεργοποιήσουν / θα απενεργοποιήσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να απενεργοποιήσω
εσύ να απενεργοποιήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να απενεργοποιήσει
εμείς να απενεργοποιήσουμε
εσείς να απενεργοποιήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να απενεργοποιήσουν / απενεργοποιήσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω απενεργοποιήσει
εσύ έχεις απενεργοποιήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει απενεργοποιήσει
εμείς έχουμε απενεργοποιήσει
εσείς έχετε απενεργοποιήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν απενεργοποιήσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα απενεργοποιήσει
εσύ είχες απενεργοποιήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε απενεργοποιήσει
εμείς είχαμε απενεργοποιήσει
εσείς είχατε απενεργοποιήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν απενεργοποιήσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω απενεργοποιήσει
εσύ θα έχεις απενεργοποιήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει απενεργοποιήσει
εμείς θα έχουμε απενεργοποιήσει
εσείς θα έχετε απενεργοποιήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν απενεργοποιήσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) απενεργοποιείτε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) απενεργοποίησε
(εσείς) απενεργοποιήστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ απενεργοποιούμαι
εσύ απενεργοποιείσαι
αυτός/αυτή/αυτό απενεργοποιείται
εμείς απενεργοποιούμαστε / απενεργοποιόμαστε
εσείς απενεργοποιείστε / απενεργοποιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά απενεργοποιούνται

Παρατατικός

εγώ απενεργοποιούμουν / απενεργοποιούμουνα / απενεργοποιόμουν / απενεργοποιόμουνα
εσύ απενεργοποιόσουν / απενεργοποιόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό απενεργοποιούνταν / απενεργοποιόταν / απενεργοποιότανε / απενεργοποιείτο
εμείς απενεργοποιούμασταν / ‑ούμαστε / απενεργοποιόμασταν / ‑όμαστε
εσείς απενεργοποιόσασταν / ‑όσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά απενεργοποιούνταν / απενεργοποιόνταν / απενεργοποιόντανε / απενεργοποιόντουσαν / απενεργοποιούντο

Αόριστος

εγώ απενεργοποιήθηκα
εσύ απενεργοποιήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό απενεργοποιήθηκε
εμείς απενεργοποιηθήκαμε
εσείς απενεργοποιηθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά απενεργοποιήθηκαν / απενεργοποιηθήκαν / απενεργοποιηθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα απενεργοποιούμαι
εσύ θα απενεργοποιείσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα απενεργοποιείται
εμείς θα απενεργοποιούμαστε / θα απενεργοποιόμαστε
εσείς θα απενεργοποιείστε / θα απενεργοποιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα απενεργοποιούνται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα απενεργοποιηθώ
εσύ θα απενεργοποιηθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα απενεργοποιηθεί
εμείς θα απενεργοποιηθούμε
εσείς θα απενεργοποιηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα απενεργοποιηθούν / θα απενεργοποιηθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να απενεργοποιηθώ
εσύ να απενεργοποιηθείς
αυτός/αυτή/αυτό να απενεργοποιηθεί
εμείς να απενεργοποιηθούμε
εσείς να απενεργοποιηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να απενεργοποιηθούν / απενεργοποιηθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω απενεργοποιηθεί
εσύ έχεις απενεργοποιηθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει απενεργοποιηθεί
εμείς έχουμε απενεργοποιηθεί
εσείς έχετε απενεργοποιηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν απενεργοποιηθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα απενεργοποιηθεί
εσύ είχες απενεργοποιηθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε απενεργοποιηθεί
εμείς είχαμε απενεργοποιηθεί
εσείς είχατε απενεργοποιηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν απενεργοποιηθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω απενεργοποιηθεί
εσύ θα έχεις απενεργοποιηθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει απενεργοποιηθεί
εμείς θα έχουμε απενεργοποιηθεί
εσείς θα έχετε απενεργοποιηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν απενεργοποιηθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) απενεργοποιείστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) απενεργοποιήσου
(εσείς) απενεργοποιηθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

απενεργοποιώντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας απενεργοποιήσει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

απενεργοποιούμενος, -η, -ο

Μετοχή παρακειμένου

απενεργοποιημένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

απενεργοποιήσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

απενεργοποιηθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.