to make someone despair, to desolate
Πλήρης κλίση του ρήματος απελπίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ απελπίζω
εσύ απελπίζεις
αυτός/αυτή/αυτό απελπίζει
εμείς απελπίζουμε
εσείς απελπίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά απελπίζουν / απελπίζουνε
Παρατατικός
εγώ απέλπιζα
εσύ απέλπιζες
αυτός/αυτή/αυτό απέλπιζε
εμείς απελπίζαμε
εσείς απελπίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά απέλπιζαν / απελπίζαν / απελπίζανε
Αόριστος
εγώ απέλπισα
εσύ απέλπισες
αυτός/αυτή/αυτό απέλπισε
εμείς απελπίσαμε
εσείς απελπίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά απέλπισαν / απελπίσαν / απελπίσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα απελπίζω
εσύ θα απελπίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα απελπίζει
εμείς θα απελπίζουμε
εσείς θα απελπίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα απελπίζουν / θα απελπίζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα απελπίσω
εσύ θα απελπίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα απελπίσει
εμείς θα απελπίσουμε
εσείς θα απελπίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα απελπίσουν / θα απελπίσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να απελπίσω
εσύ να απελπίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να απελπίσει
εμείς να απελπίσουμε
εσείς να απελπίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να απελπίσουν / απελπίσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω απελπίσει
εσύ έχεις απελπίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει απελπίσει
εμείς έχουμε απελπίσει
εσείς έχετε απελπίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν απελπίσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα απελπίσει
εσύ είχες απελπίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε απελπίσει
εμείς είχαμε απελπίσει
εσείς είχατε απελπίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν απελπίσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω απελπίσει
εσύ θα έχεις απελπίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει απελπίσει
εμείς θα έχουμε απελπίσει
εσείς θα έχετε απελπίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν απελπίσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) απέλπιζε
(εσείς) απελπίζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) απέλπισε
(εσείς) απελπίστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ απελπίζομαι
εσύ απελπίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό απελπίζεται
εμείς απελπισόμαστε
εσείς απελπίζεστε / απελπισόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά απελπίζονται
Παρατατικός
εγώ απελπισόμουν / απελπισόμουνα
εσύ απελπισόσουν / απελπισόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό απελπισόταν / απελπισότανε
εμείς απελπισόμασταν / απελπισόμαστε
εσείς απελπισόσασταν / απελπισόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά απελπίζονταν / απελπισόντουσαν
Αόριστος
εγώ απελπίστηκα
εσύ απελπίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό απελπίστηκε
εμείς απελπιστήκαμε
εσείς απελπιστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά απελπίστηκαν / απελπιστήκαν / απελπιστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα απελπίζομαι
εσύ θα απελπίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα απελπίζεται
εμείς θα απελπισόμαστε
εσείς θα απελπίζεστε / θα απελπισόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα απελπίζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα απελπιστώ
εσύ θα απελπιστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα απελπιστεί
εμείς θα απελπιστούμε
εσείς θα απελπιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα απελπιστούν / θα απελπιστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να απελπιστώ
εσύ να απελπιστείς
αυτός/αυτή/αυτό να απελπιστεί
εμείς να απελπιστούμε
εσείς να απελπιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να απελπιστούν / απελπιστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω απελπιστεί
εσύ έχεις απελπιστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει απελπιστεί
εμείς έχουμε απελπιστεί
εσείς έχετε απελπιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν απελπιστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα απελπιστεί
εσύ είχες απελπιστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε απελπιστεί
εμείς είχαμε απελπιστεί
εσείς είχατε απελπιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν απελπιστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω απελπιστεί
εσύ θα έχεις απελπιστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει απελπιστεί
εμείς θα έχουμε απελπιστεί
εσείς θα έχετε απελπιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν απελπιστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) απελπίζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) απελπίσου
(εσείς) απελπιστείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
απελπίζοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας απελπίσει
Μετοχή παρακειμένου
απελπισμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
απελπίσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
απελπιστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.