to expel, to deport, to extradite (from a country)
Πλήρης κλίση του ρήματος απελαύνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ απελαύνω
εσύ απελαύνεις
αυτός/αυτή/αυτό απελαύνει
εμείς απελαύνουμε
εσείς απελαύνετε
αυτοί/αυτές/αυτά απελαύνουν / απελαύνουνε
Παρατατικός
εγώ απέλαυνα / απήλαυνα
εσύ απέλαυνες / απήλαυνες
αυτός/αυτή/αυτό απέλαυνε / απήλαυνε
εμείς απελαύναμε
εσείς απελαύνατε
αυτοί/αυτές/αυτά απέλαυναν / απελαύναν / απελαύνανε / απήλαυναν
Αόριστος
εγώ απέλασα / απήλασα
εσύ απέλασες / απήλασες
αυτός/αυτή/αυτό απέλασε / απήλασε
εμείς απελάσαμε
εσείς απελάσατε
αυτοί/αυτές/αυτά απέλασαν / απελάσαν / απελάσανε / απήλασαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα απελαύνω
εσύ θα απελαύνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα απελαύνει
εμείς θα απελαύνουμε
εσείς θα απελαύνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα απελαύνουν / θα απελαύνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα απελάσω
εσύ θα απελάσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα απελάσει
εμείς θα απελάσουμε
εσείς θα απελάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα απελάσουν / θα απελάσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να απελάσω
εσύ να απελάσεις
αυτός/αυτή/αυτό να απελάσει
εμείς να απελάσουμε
εσείς να απελάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να απελάσουν / απελάσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω απελάσει
εσύ έχεις απελάσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει απελάσει
εμείς έχουμε απελάσει
εσείς έχετε απελάσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν απελάσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα απελάσει
εσύ είχες απελάσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε απελάσει
εμείς είχαμε απελάσει
εσείς είχατε απελάσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν απελάσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω απελάσει
εσύ θα έχεις απελάσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει απελάσει
εμείς θα έχουμε απελάσει
εσείς θα έχετε απελάσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν απελάσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) απέλαυνε
(εσείς) απελαύνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) απέλασε
(εσείς) απελάστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ απελαύνομαι
εσύ απελαύνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό απελαύνεται
εμείς απελαυνόμαστε
εσείς απελαύνεστε / απελαυνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά απελαύνονται
Παρατατικός
εγώ απελαυνόμουν / απελαυνόμουνα
εσύ απελαυνόσουν / απελαυνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό απελαυνόταν / απελαυνότανε
εμείς απελαυνόμασταν / απελαυνόμαστε
εσείς απελαυνόσασταν / απελαυνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά απελαύνονταν / απελαυνόντουσαν
Αόριστος
εγώ απελάθηκα
εσύ απελάθηκες
αυτός/αυτή/αυτό απελάθηκε
εμείς απελαθήκαμε
εσείς απελαθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά απελάθηκαν / απελαθήκαν / απελαθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα απελαύνομαι
εσύ θα απελαύνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα απελαύνεται
εμείς θα απελαυνόμαστε
εσείς θα απελαύνεστε / θα απελαυνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα απελαύνονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα απελαθώ
εσύ θα απελαθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα απελαθεί
εμείς θα απελαθούμε
εσείς θα απελαθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα απελαθούν / θα απελαθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να απελαθώ
εσύ να απελαθείς
αυτός/αυτή/αυτό να απελαθεί
εμείς να απελαθούμε
εσείς να απελαθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να απελαθούν / απελαθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω απελαθεί
εσύ έχεις απελαθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει απελαθεί
εμείς έχουμε απελαθεί
εσείς έχετε απελαθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν απελαθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα απελαθεί
εσύ είχες απελαθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε απελαθεί
εμείς είχαμε απελαθεί
εσείς είχατε απελαθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν απελαθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω απελαθεί
εσύ θα έχεις απελαθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει απελαθεί
εμείς θα έχουμε απελαθεί
εσείς θα έχετε απελαθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν απελαθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) απελαύνεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) απελάσου
(εσείς) απελαθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
απελαύνοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας απελάσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
απελαυνόμενος, -η, -ο
Απαρέμφατο
απελάσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
απελαθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.