Κλίση του ρήματος απεκδύομαι

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

απεκδύομαι
to divest oneself (of responsibility)
Πλήρης κλίση του ρήματος απεκδύομαι: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ απεκδύομαι
εσύ απεκδύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό απεκδύεται
εμείς απεκδυόμαστε
εσείς απεκδύεστε / απεκδυόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά απεκδύονται

Παρατατικός

εγώ απεκδυόμουν / απεκδυόμουνα
εσύ απεκδυόσουν / απεκδυόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό απεκδυόταν / απεκδυότανε
εμείς απεκδυόμασταν / απεκδυόμαστε
εσείς απεκδυόσασταν / απεκδυόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά απεκδύονταν / απεκδυόντουσαν

Αόριστος

εγώ απεκδύθηκα
εσύ απεκδύθηκες
αυτός/αυτή/αυτό απεκδύθηκε
εμείς απεκδυθήκαμε
εσείς απεκδυθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά απεκδύθηκαν / απεκδυθήκαν / απεκδυθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα απεκδύομαι
εσύ θα απεκδύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα απεκδύεται
εμείς θα απεκδυόμαστε
εσείς θα απεκδύεστε / θα απεκδυόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα απεκδύονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα απεκδυθώ
εσύ θα απεκδυθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα απεκδυθεί
εμείς θα απεκδυθούμε
εσείς θα απεκδυθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα απεκδυθούν / θα απεκδυθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να απεκδυθώ
εσύ να απεκδυθείς
αυτός/αυτή/αυτό να απεκδυθεί
εμείς να απεκδυθούμε
εσείς να απεκδυθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να απεκδυθούν / απεκδυθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω απεκδυθεί
εσύ έχεις απεκδυθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει απεκδυθεί
εμείς έχουμε απεκδυθεί
εσείς έχετε απεκδυθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν απεκδυθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα απεκδυθεί
εσύ είχες απεκδυθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε απεκδυθεί
εμείς είχαμε απεκδυθεί
εσείς είχατε απεκδυθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν απεκδυθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω απεκδυθεί
εσύ θα έχεις απεκδυθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει απεκδυθεί
εμείς θα έχουμε απεκδυθεί
εσείς θα έχετε απεκδυθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν απεκδυθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) απεκδύεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) απεκδύσου
(εσείς) απεκδυθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

απεκδυόμενος, -η, -ο

Απαρέμφατο (παθητικό)

απεκδυθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.