to disobey, to be disobedient
Πλήρης κλίση του ρήματος απειθώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ απειθώ
εσύ απειθείς
αυτός/αυτή/αυτό απειθεί
εμείς απειθούμε
εσείς απειθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά απειθούν / απειθούνε
Παρατατικός
εγώ απειθούσα
εσύ απειθούσες
αυτός/αυτή/αυτό απειθούσε
εμείς απειθούσαμε
εσείς απειθούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά απειθούσαν / απειθούσανε
Αόριστος
εγώ απείθησα
εσύ απείθησες
αυτός/αυτή/αυτό απείθησε
εμείς απειθήσαμε
εσείς απειθήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά απείθησαν / απειθήσαν / απειθήσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα απειθώ
εσύ θα απειθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα απειθεί
εμείς θα απειθούμε
εσείς θα απειθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα απειθούν / θα απειθούνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα απειθήσω
εσύ θα απειθήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα απειθήσει
εμείς θα απειθήσουμε
εσείς θα απειθήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα απειθήσουν / θα απειθήσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να απειθήσω
εσύ να απειθήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να απειθήσει
εμείς να απειθήσουμε
εσείς να απειθήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να απειθήσουν / απειθήσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω απειθήσει
εσύ έχεις απειθήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει απειθήσει
εμείς έχουμε απειθήσει
εσείς έχετε απειθήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν απειθήσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα απειθήσει
εσύ είχες απειθήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε απειθήσει
εμείς είχαμε απειθήσει
εσείς είχατε απειθήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν απειθήσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω απειθήσει
εσύ θα έχεις απειθήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει απειθήσει
εμείς θα έχουμε απειθήσει
εσείς θα έχετε απειθήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν απειθήσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) απειθείτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) απείθησε
(εσείς) απειθήστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
απειθώντας / έχοντας απειθήσει
Απαρέμφατο
απειθήσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.