to copulate: fuck, screw
Πλήρης κλίση του ρήματος απαυτώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ απαυτώνω
εσύ απαυτώνεις
αυτός/αυτή/αυτό απαυτώνει
εμείς απαυτώνουμε
εσείς απαυτώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά απαυτώνουν / απαυτώνουνε
Παρατατικός
εγώ απαύτωνα
εσύ απαύτωνες
αυτός/αυτή/αυτό απαύτωνε
εμείς απαυτώναμε
εσείς απαυτώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά απαύτωναν / απαυτώναν / απαυτώνανε
Αόριστος
εγώ απαύτωσα
εσύ απαύτωσες
αυτός/αυτή/αυτό απαύτωσε
εμείς απαυτώσαμε
εσείς απαυτώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά απαύτωσαν / απαυτώσαν / απαυτώσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα απαυτώνω
εσύ θα απαυτώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα απαυτώνει
εμείς θα απαυτώνουμε
εσείς θα απαυτώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα απαυτώνουν / θα απαυτώνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα απαυτώσω
εσύ θα απαυτώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα απαυτώσει
εμείς θα απαυτώσουμε
εσείς θα απαυτώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα απαυτώσουν / θα απαυτώσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να απαυτώσω
εσύ να απαυτώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να απαυτώσει
εμείς να απαυτώσουμε
εσείς να απαυτώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να απαυτώσουν / απαυτώσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω απαυτώσει
εσύ έχεις απαυτώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει απαυτώσει
εμείς έχουμε απαυτώσει
εσείς έχετε απαυτώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν απαυτώσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα απαυτώσει
εσύ είχες απαυτώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε απαυτώσει
εμείς είχαμε απαυτώσει
εσείς είχατε απαυτώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν απαυτώσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω απαυτώσει
εσύ θα έχεις απαυτώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει απαυτώσει
εμείς θα έχουμε απαυτώσει
εσείς θα έχετε απαυτώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν απαυτώσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) απαύτωνε
(εσείς) απαυτώνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) απαύτωσε
(εσείς) απαυτώστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ απαυτώνομαι
εσύ απαυτώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό απαυτώνεται
εμείς απαυτωνόμαστε
εσείς απαυτώνεστε / απαυτωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά απαυτώνονται
Παρατατικός
εγώ απαυτωνόμουν / απαυτωνόμουνα
εσύ απαυτωνόσουν / απαυτωνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό απαυτωνόταν / απαυτωνότανε
εμείς απαυτωνόμασταν / απαυτωνόμαστε
εσείς απαυτωνόσασταν / απαυτωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά απαυτώνονταν / απαυτωνόντουσαν
Αόριστος
εγώ απαυτώθηκα
εσύ απαυτώθηκες
αυτός/αυτή/αυτό απαυτώθηκε
εμείς απαυτωθήκαμε
εσείς απαυτωθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά απαυτώθηκαν / απαυτωθήκαν / απαυτωθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα απαυτώνομαι
εσύ θα απαυτώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα απαυτώνεται
εμείς θα απαυτωνόμαστε
εσείς θα απαυτώνεστε / θα απαυτωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα απαυτώνονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα απαυτωθώ
εσύ θα απαυτωθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα απαυτωθεί
εμείς θα απαυτωθούμε
εσείς θα απαυτωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα απαυτωθούν / θα απαυτωθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να απαυτωθώ
εσύ να απαυτωθείς
αυτός/αυτή/αυτό να απαυτωθεί
εμείς να απαυτωθούμε
εσείς να απαυτωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να απαυτωθούν / απαυτωθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω απαυτωθεί
εσύ έχεις απαυτωθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει απαυτωθεί
εμείς έχουμε απαυτωθεί
εσείς έχετε απαυτωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν απαυτωθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα απαυτωθεί
εσύ είχες απαυτωθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε απαυτωθεί
εμείς είχαμε απαυτωθεί
εσείς είχατε απαυτωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν απαυτωθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω απαυτωθεί
εσύ θα έχεις απαυτωθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει απαυτωθεί
εμείς θα έχουμε απαυτωθεί
εσείς θα έχετε απαυτωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν απαυτωθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) απαυτώνεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) απαυτώσου
(εσείς) απαυτωθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
απαυτώνοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας απαυτώσει
Μετοχή παρακειμένου
απαυτωμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
απαυτώσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
απαυτωθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.