to cheat, scam, defraud, deceive, swindle, bamboozle
Πλήρης κλίση του ρήματος απατώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ απατώ - απατάω
εσύ απατάς
αυτός/αυτή/αυτό απατά - απατάει
εμείς απατούμε / απατάμε
εσείς απατάτε
αυτοί/αυτές/αυτά απατούν - απατάνε / απατούνε - απατάνε / απατάν
Παρατατικός
εγώ απατούσα
εσύ απατούσες
αυτός/αυτή/αυτό απατούσε
εμείς απατούσαμε
εσείς απατούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά απατούσαν / απατούσανε
Αόριστος
εγώ απάτησα
εσύ απάτησες
αυτός/αυτή/αυτό απάτησε
εμείς απατήσαμε
εσείς απατήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά απάτησαν / απατήσαν / απατήσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα απατώ - απατάω
εσύ θα απατάς
αυτός/αυτή/αυτό θα απατά - απατάει
εμείς θα απατούμε / θα απατάμε
εσείς θα απατάτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα απατούν - απατάνε / θα απατούνε - απατάνε / θα απατάν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα απατήσω
εσύ θα απατήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα απατήσει
εμείς θα απατήσουμε
εσείς θα απατήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα απατήσουν / θα απατήσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να απατήσω
εσύ να απατήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να απατήσει
εμείς να απατήσουμε
εσείς να απατήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να απατήσουν / απατήσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω απατήσει
εσύ έχεις απατήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει απατήσει
εμείς έχουμε απατήσει
εσείς έχετε απατήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν απατήσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα απατήσει
εσύ είχες απατήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε απατήσει
εμείς είχαμε απατήσει
εσείς είχατε απατήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν απατήσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω απατήσει
εσύ θα έχεις απατήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει απατήσει
εμείς θα έχουμε απατήσει
εσείς θα έχετε απατήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν απατήσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) απάτα
(εσείς) απατάτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) απάτησε / απάτα
(εσείς) απατήστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ απατώμαι - απατιέμαι
εσύ απατάσαι - απατιέσαι
αυτός/αυτή/αυτό απατάται - απατιέται
εμείς απατόμαστε
εσείς απατάστε
αυτοί/αυτές/αυτά απατώνται - απατιούνται / ‑ιόνται
Παρατατικός
εγώ —² - απατιόμουν / —² - απατιόμουνα
εσύ — - απατιόσουν / — - απατιόσουνα
εμείς — - απατιόμασταν / ‑ιόμαστε
εσείς — - απατιόσασταν / ‑ιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά απατιόντουσαν / απατιούνταν
Αόριστος
εγώ απατήθηκα
εσύ απατήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό απατήθηκε
εμείς απατηθήκαμε
εσείς απατηθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά απατήθηκαν / απατηθήκαν / απατηθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα απατώμαι - απατιέμαι
εσύ θα απατάσαι - απατιέσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα απατάται - απατιέται
εμείς θα απατόμαστε
εσείς θα απατάστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα απατώνται - απατιούνται / θα ‑ιόνται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα απατηθώ
εσύ θα απατηθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα απατηθεί
εμείς θα απατηθούμε
εσείς θα απατηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα απατηθούν / θα απατηθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να απατηθώ
εσύ να απατηθείς
αυτός/αυτή/αυτό να απατηθεί
εμείς να απατηθούμε
εσείς να απατηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να απατηθούν / απατηθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω απατηθεί
εσύ έχεις απατηθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει απατηθεί
εμείς έχουμε απατηθεί
εσείς έχετε απατηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν απατηθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα απατηθεί
εσύ είχες απατηθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε απατηθεί
εμείς είχαμε απατηθεί
εσείς είχατε απατηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν απατηθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω απατηθεί
εσύ θα έχεις απατηθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει απατηθεί
εμείς θα έχουμε απατηθεί
εσείς θα έχετε απατηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν απατηθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) απατάστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) απατήσου
(εσείς) απατηθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
απατώντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας απατήσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
απατώμενος, -η, -ο
Μετοχή παρακειμένου
απατημένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
απατήσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
απατηθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.