Κλίση του ρήματος απαλείφω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

απαλείφω
delete, wipe off
Πλήρης κλίση του ρήματος απαλείφω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ απαλείφω
εσύ απαλείφεις
αυτός/αυτή/αυτό απαλείφει
εμείς απαλείφουμε
εσείς απαλείφετε

Παρατατικός

εγώ απάλειφα
εσύ απάλειφες
αυτός/αυτή/αυτό απάλειφε
εμείς απαλείφαμε
εσείς απαλείφατε
αυτοί/αυτές/αυτά απάλειφαν

Αόριστος

εγώ απάλειψα
εσύ απάλειψες
αυτός/αυτή/αυτό απάλειψε
εμείς απαλείψαμε
εσείς απαλείψατε
αυτοί/αυτές/αυτά απάλειψαν

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα απαλείφω
εσύ θα απαλείφεις
αυτός/αυτή/αυτό θα απαλείφει
εμείς θα απαλείφουμε
εσείς θα απαλείφετε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα απαλείψω
εσύ θα απαλείψεις
αυτός/αυτή/αυτό θα απαλείψει
εμείς θα απαλείψουμε
εσείς θα απαλείψετε

Υποτακτική (να)

εγώ να απαλείψω
εσύ να απαλείψεις
αυτός/αυτή/αυτό να απαλείψει
εμείς να απαλείψουμε
εσείς να απαλείψετε

Παρακείμενος

εγώ έχω απαλείψει
εσύ έχεις απαλείψει
αυτός/αυτή/αυτό έχει απαλείψει
εμείς έχουμε απαλείψει
εσείς έχετε απαλείψει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν απαλείψει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα απαλείψει
εσύ είχες απαλείψει
αυτός/αυτή/αυτό είχε απαλείψει
εμείς είχαμε απαλείψει
εσείς είχατε απαλείψει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν απαλείψει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω απαλείψει
εσύ θα έχεις απαλείψει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει απαλείψει
εμείς θα έχουμε απαλείψει
εσείς θα έχετε απαλείψει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν απαλείψει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) απάλειφε
(εσείς) απαλείφετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) απάλειψε
(εσείς) απαλείψτε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ απαλείφομαι
εσύ απαλείφεσαι
αυτός/αυτή/αυτό απαλείφεται
εμείς απαλειφόμαστε
εσείς απαλείφεστε / απαλείφεσθε
αυτοί/αυτές/αυτά απαλείφονται

Παρατατικός

εμείς απαλειφόμασταν / απαλειφόμαστε
εσείς απαλειφόσασταν / απαλειφόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά απαλείφονταν

Αόριστος

εγώ απαλείφθηκα
εσύ απαλείφθηκες
αυτός/αυτή/αυτό απαλείφθηκε
εμείς απαλειφθήκαμε
εσείς απαλειφθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά απαλείφθηκαν

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα απαλείφομαι
εσύ θα απαλείφεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα απαλείφεται
εμείς θα απαλειφόμαστε
εσείς θα απαλείφεστε / θα απαλείφεσθε
αυτοί/αυτές/αυτά θα απαλείφονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα απαλειφθώ
εσύ θα απαλειφθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα απαλειφθεί
εμείς θα απαλειφθούμε
εσείς θα απαλειφθείτε

Υποτακτική (να)

εγώ να απαλειφθώ
εσύ να απαλειφθείς
αυτός/αυτή/αυτό να απαλειφθεί
εμείς να απαλειφθούμε
εσείς να απαλειφθείτε

Παρακείμενος

εγώ έχω απαλειφθεί
εσύ έχεις απαλειφθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει απαλειφθεί
εμείς έχουμε απαλειφθεί
εσείς έχετε απαλειφθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν απαλειφθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα απαλειφθεί
εσύ είχες απαλειφθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε απαλειφθεί
εμείς είχαμε απαλειφθεί
εσείς είχατε απαλειφθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν απαλειφθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω απαλειφθεί
εσύ θα έχεις απαλειφθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει απαλειφθεί
εμείς θα έχουμε απαλειφθεί
εσείς θα έχετε απαλειφθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν απαλειφθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) απαλείφεστε / απαλείφεσθε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) απαλείψου
(εσείς) απαλειφθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

απαλείφοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας απαλείψει

Μετοχή παρακειμένου

απαλειμμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

απαλείψει

Απαρέμφατο (παθητικό)

απαλειφθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.