to demand, to call for, to require
Πλήρης κλίση του ρήματος απαιτώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ απαιτώ
εσύ απαιτείς
αυτός/αυτή/αυτό απαιτεί
εμείς απαιτούμε
εσείς απαιτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά απαιτούν / απαιτούνε
Παρατατικός
εγώ απαιτούσα
εσύ απαιτούσες
αυτός/αυτή/αυτό απαιτούσε
εμείς απαιτούσαμε
εσείς απαιτούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά απαιτούσαν / απαιτούσανε
Αόριστος
εγώ απαίτησα
εσύ απαίτησες
αυτός/αυτή/αυτό απαίτησε
εμείς απαιτήσαμε
εσείς απαιτήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά απαίτησαν / απαιτήσαν / απαιτήσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα απαιτώ
εσύ θα απαιτείς
αυτός/αυτή/αυτό θα απαιτεί
εμείς θα απαιτούμε
εσείς θα απαιτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα απαιτούν / θα απαιτούνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα απαιτήσω
εσύ θα απαιτήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα απαιτήσει
εμείς θα απαιτήσουμε
εσείς θα απαιτήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα απαιτήσουν / θα απαιτήσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να απαιτήσω
εσύ να απαιτήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να απαιτήσει
εμείς να απαιτήσουμε
εσείς να απαιτήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να απαιτήσουν / απαιτήσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω απαιτήσει
εσύ έχεις απαιτήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει απαιτήσει
εμείς έχουμε απαιτήσει
εσείς έχετε απαιτήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν απαιτήσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα απαιτήσει
εσύ είχες απαιτήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε απαιτήσει
εμείς είχαμε απαιτήσει
εσείς είχατε απαιτήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν απαιτήσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω απαιτήσει
εσύ θα έχεις απαιτήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει απαιτήσει
εμείς θα έχουμε απαιτήσει
εσείς θα έχετε απαιτήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν απαιτήσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) απαιτείτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) απαίτησε
(εσείς) απαιτήστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ απαιτούμαι
εσύ απαιτείσαι
αυτός/αυτή/αυτό απαιτείται
εμείς απαιτούμαστε
εσείς απαιτείστε
αυτοί/αυτές/αυτά απαιτούνται
Παρατατικός
αυτός/αυτή/αυτό απαιτούνταν / απαιτείτο
εμείς απαιτούμασταν / ‑ούμαστε
αυτοί/αυτές/αυτά απαιτούνταν / απαιτούντο
Αόριστος
εγώ απαιτήθηκα
εσύ απαιτήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό απαιτήθηκε
εμείς απαιτηθήκαμε
εσείς απαιτηθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά απαιτήθηκαν / απαιτηθήκαν / απαιτηθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα απαιτούμαι
εσύ θα απαιτείσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα απαιτείται
εμείς θα απαιτούμαστε
εσείς θα απαιτείστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα απαιτούνται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα απαιτηθώ
εσύ θα απαιτηθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα απαιτηθεί
εμείς θα απαιτηθούμε
εσείς θα απαιτηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα απαιτηθούν / θα απαιτηθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να απαιτηθώ
εσύ να απαιτηθείς
αυτός/αυτή/αυτό να απαιτηθεί
εμείς να απαιτηθούμε
εσείς να απαιτηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να απαιτηθούν / απαιτηθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω απαιτηθεί
εσύ έχεις απαιτηθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει απαιτηθεί
εμείς έχουμε απαιτηθεί
εσείς έχετε απαιτηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν απαιτηθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα απαιτηθεί
εσύ είχες απαιτηθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε απαιτηθεί
εμείς είχαμε απαιτηθεί
εσείς είχατε απαιτηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν απαιτηθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω απαιτηθεί
εσύ θα έχεις απαιτηθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει απαιτηθεί
εμείς θα έχουμε απαιτηθεί
εσείς θα έχετε απαιτηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν απαιτηθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) απαιτείστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) απαιτήσου
(εσείς) απαιτηθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
απαιτώντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας απαιτήσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
απαιτούμενος, -η, -ο
Απαρέμφατο
απαιτήσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
απαιτηθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.