Κλίση του ρήματος απέχω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

2 διαφορετικά ρήματα « απέχω »: απέχω — to be distant from, be far away · απέχω — abstain from, refrain from
απέχω
to be distant from, be far away
Πλήρης κλίση του ρήματος απέχω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ απέχω
εσύ απέχεις
αυτός/αυτή/αυτό απέχει
εμείς απέχουμε
εσείς απέχετε
αυτοί/αυτές/αυτά απέχουν / απέχουνε

Παρατατικός

εγώ απείχα
εσύ απείχες
αυτός/αυτή/αυτό απείχε
εμείς απέχαμε
εσείς απέχατε
αυτοί/αυτές/αυτά απείχαν / απέχαν / απέχανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα απέχω
εσύ θα απέχεις
αυτός/αυτή/αυτό θα απέχει
εμείς θα απέχουμε
εσείς θα απέχετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα απέχουν / θα απέχουνε

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) απέχετε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

απέχοντας
απέχω
abstain from, refrain from

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ απέχω
εσύ απέχεις
αυτός/αυτή/αυτό απέχει
εμείς απέχουμε
εσείς απέχετε
αυτοί/αυτές/αυτά απέχουν / απέχουνε

Παρατατικός

εγώ απείχα
εσύ απείχες
αυτός/αυτή/αυτό απείχε
εμείς απέχαμε
εσείς απέχατε
αυτοί/αυτές/αυτά απείχαν / απέχαν / απέχανε

Αόριστος

αυτός/αυτή/αυτό απέσχε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα απέχω
εσύ θα απέχεις
αυτός/αυτή/αυτό θα απέχει
εμείς θα απέχουμε
εσείς θα απέχετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα απέχουν / θα απέχουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα απόσχω
εσύ θα απόσχεις
αυτός/αυτή/αυτό θα απόσχει
εμείς θα απόσχουμε
εσείς θα απόσχετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα απόσχουν / θα απόσχουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να απόσχω
εσύ να απόσχεις
αυτός/αυτή/αυτό να απόσχει
εμείς να απόσχουμε
εσείς να απόσχετε
αυτοί/αυτές/αυτά να απόσχουν / απόσχουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω απόσχει
εσύ έχεις απόσχει
αυτός/αυτή/αυτό έχει απόσχει
εμείς έχουμε απόσχει
εσείς έχετε απόσχει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν απόσχει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα απόσχει
εσύ είχες απόσχει
αυτός/αυτή/αυτό είχε απόσχει
εμείς είχαμε απόσχει
εσείς είχατε απόσχει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν απόσχει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω απόσχει
εσύ θα έχεις απόσχει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει απόσχει
εμείς θα έχουμε απόσχει
εσείς θα έχετε απόσχει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν απόσχει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) απέχετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσείς) απόσχτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

απέχοντας / έχοντας απόσχει

Απαρέμφατο

απόσχει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.