to depart, go away from
Πλήρης κλίση του ρήματος απέρχομαι: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ απέρχομαι
εσύ απέρχεσαι
αυτός/αυτή/αυτό απέρχεται
εμείς απερχόμαστε
εσείς απέρχεστε / απέρχεσθε
αυτοί/αυτές/αυτά απέρχονται
Παρατατικός
εμείς απερχόμασταν / -όμαστε
εσείς απερχόσασταν / -όσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά απέρχονταν
Αόριστος
εγώ απήλθα
εσύ απήλθες
αυτός/αυτή/αυτό απήλθε
εμείς απήλθαμε
εσείς απήλθατε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα απέρχομαι
εσύ θα απέρχεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα απέρχεται
εμείς θα απερχόμαστε
εσείς θα απέρχεστε / θα απέρχεσθε
αυτοί/αυτές/αυτά θα απέρχονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα απέλθω
εσύ θα απέλθεις
αυτός/αυτή/αυτό θα απέλθει
εμείς θα απέλθουμε
εσείς θα απέλθετε
Υποτακτική (να)
εγώ να απέλθω
εσύ να απέλθεις
αυτός/αυτή/αυτό να απέλθει
εμείς να απέλθουμε
εσείς να απέλθετε
Παρακείμενος
εγώ έχω απέλθει
εσύ έχεις απέλθει
αυτός/αυτή/αυτό έχει απέλθει
εμείς έχουμε απέλθει
εσείς έχετε απέλθει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν απέλθει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα απέλθει
εσύ είχες απέλθει
αυτός/αυτή/αυτό είχε απέλθει
εμείς είχαμε απέλθει
εσείς είχατε απέλθει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν απέλθει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω απέλθει
εσύ θα έχεις απέλθει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει απέλθει
εμείς θα έχουμε απέλθει
εσείς θα έχετε απέλθει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν απέλθει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) απέρχεστε / απέρχεσθε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσείς) απέλθετε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
απερχόμενος, -η, -ο
Απαρέμφατο (παθητικό)
απέλθει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.