for the active voice: to insist, claim, demand
Πλήρης κλίση του ρήματος αξιώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αξιώνω
εσύ αξιώνεις
αυτός/αυτή/αυτό αξιώνει
εμείς αξιώνουμε
εσείς αξιώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά αξιώνουν / αξιώνουνε
Παρατατικός
εγώ αξίωνα
εσύ αξίωνες
αυτός/αυτή/αυτό αξίωνε
εμείς αξιώναμε
εσείς αξιώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά αξίωναν / αξιώναν / αξιώνανε
Αόριστος
εγώ αξίωσα
εσύ αξίωσες
αυτός/αυτή/αυτό αξίωσε
εμείς αξιώσαμε
εσείς αξιώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αξίωσαν / αξιώσαν / αξιώσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αξιώνω
εσύ θα αξιώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αξιώνει
εμείς θα αξιώνουμε
εσείς θα αξιώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αξιώνουν / θα αξιώνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αξιώσω
εσύ θα αξιώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αξιώσει
εμείς θα αξιώσουμε
εσείς θα αξιώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αξιώσουν / θα αξιώσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αξιώσω
εσύ να αξιώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να αξιώσει
εμείς να αξιώσουμε
εσείς να αξιώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αξιώσουν / αξιώσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αξιώσει
εσύ έχεις αξιώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αξιώσει
εμείς έχουμε αξιώσει
εσείς έχετε αξιώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αξιώσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αξιώσει
εσύ είχες αξιώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αξιώσει
εμείς είχαμε αξιώσει
εσείς είχατε αξιώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αξιώσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αξιώσει
εσύ θα έχεις αξιώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αξιώσει
εμείς θα έχουμε αξιώσει
εσείς θα έχετε αξιώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αξιώσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) αξίωνε
(εσείς) αξιώνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αξίωσε
(εσείς) αξιώστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αξιώνομαι
εσύ αξιώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό αξιώνεται
εμείς αξιωνόμαστε
εσείς αξιώνεστε / αξιωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αξιώνονται
Παρατατικός
εγώ αξιωνόμουν / αξιωνόμουνα
εσύ αξιωνόσουν / αξιωνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό αξιωνόταν / αξιωνότανε
εμείς αξιωνόμασταν / αξιωνόμαστε
εσείς αξιωνόσασταν / αξιωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αξιώνονταν / αξιωνόντουσαν
Αόριστος
εγώ αξιώθηκα
εσύ αξιώθηκες
αυτός/αυτή/αυτό αξιώθηκε
εμείς αξιωθήκαμε
εσείς αξιωθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά αξιώθηκαν / αξιωθήκαν / αξιωθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αξιώνομαι
εσύ θα αξιώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα αξιώνεται
εμείς θα αξιωνόμαστε
εσείς θα αξιώνεστε / θα αξιωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αξιώνονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αξιωθώ
εσύ θα αξιωθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αξιωθεί
εμείς θα αξιωθούμε
εσείς θα αξιωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αξιωθούν / θα αξιωθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αξιωθώ
εσύ να αξιωθείς
αυτός/αυτή/αυτό να αξιωθεί
εμείς να αξιωθούμε
εσείς να αξιωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να αξιωθούν / αξιωθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αξιωθεί
εσύ έχεις αξιωθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει αξιωθεί
εμείς έχουμε αξιωθεί
εσείς έχετε αξιωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αξιωθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αξιωθεί
εσύ είχες αξιωθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε αξιωθεί
εμείς είχαμε αξιωθεί
εσείς είχατε αξιωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αξιωθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αξιωθεί
εσύ θα έχεις αξιωθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αξιωθεί
εμείς θα έχουμε αξιωθεί
εσείς θα έχετε αξιωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αξιωθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) αξιώνεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αξιώσου
(εσείς) αξιωθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
αξιώνοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας αξιώσει
Μετοχή παρακειμένου
αξιωμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
αξιώσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
αξιωθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.