Κλίση του ρήματος αντιστρέφω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

αντιστρέφω
to reverse, alter, change
Πλήρης κλίση του ρήματος αντιστρέφω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ αντιστρέφω
εσύ αντιστρέφεις
αυτός/αυτή/αυτό αντιστρέφει
εμείς αντιστρέφουμε
εσείς αντιστρέφετε
αυτοί/αυτές/αυτά αντιστρέφουν / αντιστρέφουνε

Παρατατικός

εγώ αντέστρεφα
εσύ αντέστρεφες
αυτός/αυτή/αυτό αντέστρεφε
εμείς αντιστρέφαμε
εσείς αντιστρέφατε
αυτοί/αυτές/αυτά αντέστρεφαν / αντιστρέφαν / αντιστρέφανε

Αόριστος

εγώ αντέστρεψα
εσύ αντέστρεψες
αυτός/αυτή/αυτό αντέστρεψε
εμείς αντιστρέψαμε
εσείς αντιστρέψατε
αυτοί/αυτές/αυτά αντέστρεψαν / αντιστρέψαν / αντιστρέψανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα αντιστρέφω
εσύ θα αντιστρέφεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αντιστρέφει
εμείς θα αντιστρέφουμε
εσείς θα αντιστρέφετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αντιστρέφουν / θα αντιστρέφουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα αντιστρέψω
εσύ θα αντιστρέψεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αντιστρέψει
εμείς θα αντιστρέψουμε
εσείς θα αντιστρέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αντιστρέψουν / θα αντιστρέψουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να αντιστρέψω
εσύ να αντιστρέψεις
αυτός/αυτή/αυτό να αντιστρέψει
εμείς να αντιστρέψουμε
εσείς να αντιστρέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αντιστρέψουν / αντιστρέψουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω αντιστρέψει
εσύ έχεις αντιστρέψει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αντιστρέψει
εμείς έχουμε αντιστρέψει
εσείς έχετε αντιστρέψει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αντιστρέψει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα αντιστρέψει
εσύ είχες αντιστρέψει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αντιστρέψει
εμείς είχαμε αντιστρέψει
εσείς είχατε αντιστρέψει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αντιστρέψει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω αντιστρέψει
εσύ θα έχεις αντιστρέψει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αντιστρέψει
εμείς θα έχουμε αντιστρέψει
εσείς θα έχετε αντιστρέψει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αντιστρέψει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) αντίστρεφε
(εσείς) αντιστρέφετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) αντίστρεψε
(εσείς) αντιστρέψτε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ αντιστρέφομαι
εσύ αντιστρέφεσαι
αυτός/αυτή/αυτό αντιστρέφεται
εμείς αντιστρεφόμαστε
εσείς αντιστρέφεστε / αντιστρεφόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αντιστρέφονται

Παρατατικός

εγώ αντιστρεφόμουν / αντιστρεφόμουνα
εσύ αντιστρεφόσουν / αντιστρεφόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό αντιστρεφόταν / αντιστρεφότανε
εμείς αντιστρεφόμασταν / αντιστρεφόμαστε
εσείς αντιστρεφόσασταν / αντιστρεφόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αντιστρέφονταν / αντιστρεφόντουσαν

Αόριστος

εγώ αντιστράφηκα
εσύ αντιστράφηκες
αυτός/αυτή/αυτό αντιστράφηκε / αντεστράφη
εμείς αντιστραφήκαμε
εσείς αντιστραφήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά αντιστράφηκαν / αντιστραφήκαν / αντιστραφήκανε / αντεστράφησαν

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα αντιστρέφομαι
εσύ θα αντιστρέφεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα αντιστρέφεται
εμείς θα αντιστρεφόμαστε
εσείς θα αντιστρέφεστε / θα αντιστρεφόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αντιστρέφονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα αντιστραφώ
εσύ θα αντιστραφείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αντιστραφεί
εμείς θα αντιστραφούμε
εσείς θα αντιστραφείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αντιστραφούν / θα αντιστραφούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να αντιστραφώ
εσύ να αντιστραφείς
αυτός/αυτή/αυτό να αντιστραφεί
εμείς να αντιστραφούμε
εσείς να αντιστραφείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να αντιστραφούν / αντιστραφούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω αντιστραφεί
εσύ έχεις αντιστραφεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει αντιστραφεί
εμείς έχουμε αντιστραφεί
εσείς έχετε αντιστραφεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αντιστραφεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα αντιστραφεί
εσύ είχες αντιστραφεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε αντιστραφεί
εμείς είχαμε αντιστραφεί
εσείς είχατε αντιστραφεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αντιστραφεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω αντιστραφεί
εσύ θα έχεις αντιστραφεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αντιστραφεί
εμείς θα έχουμε αντιστραφεί
εσείς θα έχετε αντιστραφεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αντιστραφεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) αντιστρέφεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) αντιστρέψου
(εσείς) αντιστραφείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

αντιστρέφοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας αντιστρέψει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

αντιστρεφόμενος, -η, -ο

Μετοχή παρακειμένου

‑η / αντιστραμμένος, ‑η, ‑o

Απαρέμφατο

αντιστρέψει

Απαρέμφατο (παθητικό)

αντιστραφεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.