Κλίση του ρήματος αντιστοιχίζω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

αντιστοιχίζω
to match, put together, associate
Πλήρης κλίση του ρήματος αντιστοιχίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ αντιστοιχίζω
εσύ αντιστοιχίζεις
αυτός/αυτή/αυτό αντιστοιχίζει
εμείς αντιστοιχίζουμε
εσείς αντιστοιχίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά αντιστοιχίζουν / αντιστοιχίζουνε

Παρατατικός

εγώ αντιστοίχιζα
εσύ αντιστοίχιζες
αυτός/αυτή/αυτό αντιστοίχιζε
εμείς αντιστοιχίζαμε
εσείς αντιστοιχίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά αντιστοίχιζαν / αντιστοιχίζαν / αντιστοιχίζανε

Αόριστος

εγώ αντιστοίχισα
εσύ αντιστοίχισες
αυτός/αυτή/αυτό αντιστοίχισε
εμείς αντιστοιχίσαμε
εσείς αντιστοιχίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αντιστοίχισαν / αντιστοιχίσαν / αντιστοιχίσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα αντιστοιχίζω
εσύ θα αντιστοιχίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αντιστοιχίζει
εμείς θα αντιστοιχίζουμε
εσείς θα αντιστοιχίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αντιστοιχίζουν / θα αντιστοιχίζουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα αντιστοιχίσω
εσύ θα αντιστοιχίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αντιστοιχίσει
εμείς θα αντιστοιχίσουμε
εσείς θα αντιστοιχίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αντιστοιχίσουν / θα αντιστοιχίσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να αντιστοιχίσω
εσύ να αντιστοιχίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να αντιστοιχίσει
εμείς να αντιστοιχίσουμε
εσείς να αντιστοιχίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αντιστοιχίσουν / αντιστοιχίσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω αντιστοιχίσει
εσύ έχεις αντιστοιχίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αντιστοιχίσει
εμείς έχουμε αντιστοιχίσει
εσείς έχετε αντιστοιχίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αντιστοιχίσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα αντιστοιχίσει
εσύ είχες αντιστοιχίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αντιστοιχίσει
εμείς είχαμε αντιστοιχίσει
εσείς είχατε αντιστοιχίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αντιστοιχίσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω αντιστοιχίσει
εσύ θα έχεις αντιστοιχίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αντιστοιχίσει
εμείς θα έχουμε αντιστοιχίσει
εσείς θα έχετε αντιστοιχίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αντιστοιχίσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) αντιστοίχιζε
(εσείς) αντιστοιχίζετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) αντιστοίχισε
(εσείς) αντιστοιχίστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ αντιστοιχίζομαι
εσύ αντιστοιχίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό αντιστοιχίζεται
εμείς αντιστοιχιζόμαστε
εσείς αντιστοιχίζεστε / αντιστοιχιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αντιστοιχίζονται

Παρατατικός

εγώ αντιστοιχιζόμουν / αντιστοιχιζόμουνα
εσύ αντιστοιχιζόσουν / αντιστοιχιζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό αντιστοιχιζόταν / αντιστοιχιζότανε
εμείς αντιστοιχιζόμασταν / αντιστοιχιζόμαστε
εσείς αντιστοιχιζόσασταν / αντιστοιχιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αντιστοιχίζονταν / αντιστοιχιζόντουσαν

Αόριστος

εγώ αντιστοιχίστηκα
εσύ αντιστοιχίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό αντιστοιχίστηκε
εμείς αντιστοιχιστήκαμε
εσείς αντιστοιχιστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά αντιστοιχίστηκαν / αντιστοιχιστήκαν / αντιστοιχιστήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα αντιστοιχίζομαι
εσύ θα αντιστοιχίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα αντιστοιχίζεται
εμείς θα αντιστοιχιζόμαστε
εσείς θα αντιστοιχίζεστε / θα αντιστοιχιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αντιστοιχίζονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα αντιστοιχιστώ
εσύ θα αντιστοιχιστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αντιστοιχιστεί
εμείς θα αντιστοιχιστούμε
εσείς θα αντιστοιχιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αντιστοιχιστούν / θα αντιστοιχιστούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να αντιστοιχιστώ
εσύ να αντιστοιχιστείς
αυτός/αυτή/αυτό να αντιστοιχιστεί
εμείς να αντιστοιχιστούμε
εσείς να αντιστοιχιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να αντιστοιχιστούν / αντιστοιχιστούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω αντιστοιχιστεί
εσύ έχεις αντιστοιχιστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει αντιστοιχιστεί
εμείς έχουμε αντιστοιχιστεί
εσείς έχετε αντιστοιχιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αντιστοιχιστεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα αντιστοιχιστεί
εσύ είχες αντιστοιχιστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε αντιστοιχιστεί
εμείς είχαμε αντιστοιχιστεί
εσείς είχατε αντιστοιχιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αντιστοιχιστεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω αντιστοιχιστεί
εσύ θα έχεις αντιστοιχιστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αντιστοιχιστεί
εμείς θα έχουμε αντιστοιχιστεί
εσείς θα έχετε αντιστοιχιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αντιστοιχιστεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) αντιστοιχίζεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) αντιστοιχίσου
(εσείς) αντιστοιχιστείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

αντιστοιχίζοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας αντιστοιχίσει

Μετοχή παρακειμένου

αντιστοιχισμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

αντιστοιχίσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

αντιστοιχιστεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.