to counterbalance, make to balance
Πλήρης κλίση του ρήματος αντισταθμίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αντισταθμίζω
εσύ αντισταθμίζεις
αυτός/αυτή/αυτό αντισταθμίζει
εμείς αντισταθμίζουμε
εσείς αντισταθμίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά αντισταθμίζουν / αντισταθμίζουνε
Παρατατικός
εγώ αντιστάθμιζα
εσύ αντιστάθμιζες
αυτός/αυτή/αυτό αντιστάθμιζε
εμείς αντισταθμίζαμε
εσείς αντισταθμίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά αντιστάθμιζαν / αντισταθμίζαν / αντισταθμίζανε
Αόριστος
εγώ αντιστάθμισα
εσύ αντιστάθμισες
αυτός/αυτή/αυτό αντιστάθμισε
εμείς αντισταθμίσαμε
εσείς αντισταθμίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αντιστάθμισαν / αντισταθμίσαν / αντισταθμίσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αντισταθμίζω
εσύ θα αντισταθμίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αντισταθμίζει
εμείς θα αντισταθμίζουμε
εσείς θα αντισταθμίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αντισταθμίζουν / θα αντισταθμίζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αντισταθμίσω
εσύ θα αντισταθμίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αντισταθμίσει
εμείς θα αντισταθμίσουμε
εσείς θα αντισταθμίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αντισταθμίσουν / θα αντισταθμίσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αντισταθμίσω
εσύ να αντισταθμίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να αντισταθμίσει
εμείς να αντισταθμίσουμε
εσείς να αντισταθμίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αντισταθμίσουν / αντισταθμίσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αντισταθμίσει
εσύ έχεις αντισταθμίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αντισταθμίσει
εμείς έχουμε αντισταθμίσει
εσείς έχετε αντισταθμίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αντισταθμίσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αντισταθμίσει
εσύ είχες αντισταθμίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αντισταθμίσει
εμείς είχαμε αντισταθμίσει
εσείς είχατε αντισταθμίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αντισταθμίσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αντισταθμίσει
εσύ θα έχεις αντισταθμίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αντισταθμίσει
εμείς θα έχουμε αντισταθμίσει
εσείς θα έχετε αντισταθμίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αντισταθμίσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) αντιστάθμιζε
(εσείς) αντισταθμίζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αντιστάθμισε
(εσείς) αντισταθμίστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αντισταθμίζομαι
εσύ αντισταθμίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό αντισταθμίζεται
εμείς αντισταθμιζόμαστε
εσείς αντισταθμίζεστε / αντισταθμιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αντισταθμίζονται
Παρατατικός
εγώ αντισταθμιζόμουν / αντισταθμιζόμουνα
εσύ αντισταθμιζόσουν / αντισταθμιζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό αντισταθμιζόταν / αντισταθμιζότανε
εμείς αντισταθμιζόμασταν / αντισταθμιζόμαστε
εσείς αντισταθμιζόσασταν / αντισταθμιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αντισταθμίζονταν / αντισταθμιζόντουσαν
Αόριστος
εγώ αντισταθμίστηκα
εσύ αντισταθμίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό αντισταθμίστηκε
εμείς αντισταθμιστήκαμε
εσείς αντισταθμιστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά αντισταθμίστηκαν / αντισταθμιστήκαν / αντισταθμιστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αντισταθμίζομαι
εσύ θα αντισταθμίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα αντισταθμίζεται
εμείς θα αντισταθμιζόμαστε
εσείς θα αντισταθμίζεστε / θα αντισταθμιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αντισταθμίζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αντισταθμιστώ
εσύ θα αντισταθμιστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αντισταθμιστεί
εμείς θα αντισταθμιστούμε
εσείς θα αντισταθμιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αντισταθμιστούν / θα αντισταθμιστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αντισταθμιστώ
εσύ να αντισταθμιστείς
αυτός/αυτή/αυτό να αντισταθμιστεί
εμείς να αντισταθμιστούμε
εσείς να αντισταθμιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να αντισταθμιστούν / αντισταθμιστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αντισταθμιστεί
εσύ έχεις αντισταθμιστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει αντισταθμιστεί
εμείς έχουμε αντισταθμιστεί
εσείς έχετε αντισταθμιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αντισταθμιστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αντισταθμιστεί
εσύ είχες αντισταθμιστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε αντισταθμιστεί
εμείς είχαμε αντισταθμιστεί
εσείς είχατε αντισταθμιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αντισταθμιστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αντισταθμιστεί
εσύ θα έχεις αντισταθμιστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αντισταθμιστεί
εμείς θα έχουμε αντισταθμιστεί
εσείς θα έχετε αντισταθμιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αντισταθμιστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) αντισταθμίζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αντισταθμίσου
(εσείς) αντισταθμιστείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
αντισταθμίζοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας αντισταθμίσει
Μετοχή παρακειμένου
αντισταθμισμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
αντισταθμίσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
αντισταθμιστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.