I resist, stand against
Πλήρης κλίση του ρήματος αντιστέκομαι: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αντιστέκομαι
εσύ αντιστέκεσαι
αυτός/αυτή/αυτό αντιστέκεται
εμείς αντιστεκόμαστε
εσείς αντιστέκεστε / αντιστεκόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αντιστέκονται
Παρατατικός
εγώ αντιστεκόμουν / αντιστεκόμουνα
εσύ αντιστεκόσουν / αντιστεκόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό αντιστεκόταν / αντιστεκότανε
εμείς αντιστεκόμασταν / αντιστεκόμαστε
εσείς αντιστεκόσασταν / αντιστεκόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αντιστέκονταν / αντιστεκόντουσαν
Αόριστος
εγώ αντιστάθηκα
εσύ αντιστάθηκες
αυτός/αυτή/αυτό αντιστάθηκε
εμείς αντισταθήκαμε
εσείς αντισταθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά αντιστάθηκαν / αντισταθήκαν / αντισταθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αντιστέκομαι
εσύ θα αντιστέκεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα αντιστέκεται
εμείς θα αντιστεκόμαστε
εσείς θα αντιστέκεστε / θα αντιστεκόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αντιστέκονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αντισταθώ
εσύ θα αντισταθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αντισταθεί
εμείς θα αντισταθούμε
εσείς θα αντισταθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αντισταθούν / θα αντισταθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αντισταθώ
εσύ να αντισταθείς
αυτός/αυτή/αυτό να αντισταθεί
εμείς να αντισταθούμε
εσείς να αντισταθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να αντισταθούν / αντισταθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αντισταθεί
εσύ έχεις αντισταθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει αντισταθεί
εμείς έχουμε αντισταθεί
εσείς έχετε αντισταθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αντισταθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αντισταθεί
εσύ είχες αντισταθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε αντισταθεί
εμείς είχαμε αντισταθεί
εσείς είχατε αντισταθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αντισταθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αντισταθεί
εσύ θα έχεις αντισταθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αντισταθεί
εμείς θα έχουμε αντισταθεί
εσείς θα έχετε αντισταθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αντισταθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) αντιστέκεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αντιστάσου
(εσείς) αντισταθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
αντιστεκόμενος, -η, -ο
Απαρέμφατο (παθητικό)
αντισταθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.