Κλίση του ρήματος αντιπαθώ

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

αντιπαθώ
to dislike
Πλήρης κλίση του ρήματος αντιπαθώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ αντιπαθώ
εσύ αντιπαθείς
αυτός/αυτή/αυτό αντιπαθεί
εμείς αντιπαθούμε
εσείς αντιπαθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά αντιπαθούν / αντιπαθούνε

Παρατατικός

εγώ αντιπαθούσα
εσύ αντιπαθούσες
αυτός/αυτή/αυτό αντιπαθούσε
εμείς αντιπαθούσαμε
εσείς αντιπαθούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αντιπαθούσαν / αντιπαθούσανε

Αόριστος

εγώ αντιπάθησα
εσύ αντιπάθησες
αυτός/αυτή/αυτό αντιπάθησε
εμείς αντιπαθήσαμε
εσείς αντιπαθήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αντιπάθησαν / αντιπαθήσαν / αντιπαθήσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα αντιπαθώ
εσύ θα αντιπαθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αντιπαθεί
εμείς θα αντιπαθούμε
εσείς θα αντιπαθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αντιπαθούν / θα αντιπαθούνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα αντιπαθήσω
εσύ θα αντιπαθήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αντιπαθήσει
εμείς θα αντιπαθήσουμε
εσείς θα αντιπαθήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αντιπαθήσουν / θα αντιπαθήσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να αντιπαθήσω
εσύ να αντιπαθήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να αντιπαθήσει
εμείς να αντιπαθήσουμε
εσείς να αντιπαθήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αντιπαθήσουν / αντιπαθήσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω αντιπαθήσει
εσύ έχεις αντιπαθήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αντιπαθήσει
εμείς έχουμε αντιπαθήσει
εσείς έχετε αντιπαθήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αντιπαθήσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα αντιπαθήσει
εσύ είχες αντιπαθήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αντιπαθήσει
εμείς είχαμε αντιπαθήσει
εσείς είχατε αντιπαθήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αντιπαθήσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω αντιπαθήσει
εσύ θα έχεις αντιπαθήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αντιπαθήσει
εμείς θα έχουμε αντιπαθήσει
εσείς θα έχετε αντιπαθήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αντιπαθήσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) αντιπαθείτε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) αντιπάθησε
(εσείς) αντιπαθήστε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

αντιπαθώντας / έχοντας αντιπαθήσει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

αντιπαθημένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

αντιπαθήσει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.