to tackle, confront, resist
Πλήρης κλίση του ρήματος αντιμετωπίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αντιμετωπίζω
εσύ αντιμετωπίζεις
αυτός/αυτή/αυτό αντιμετωπίζει
εμείς αντιμετωπίζουμε
εσείς αντιμετωπίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά αντιμετωπίζουν / αντιμετωπίζουνε
Παρατατικός
εγώ αντιμετώπιζα
εσύ αντιμετώπιζες
αυτός/αυτή/αυτό αντιμετώπιζε
εμείς αντιμετωπίζαμε
εσείς αντιμετωπίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά αντιμετώπιζαν / αντιμετωπίζαν / αντιμετωπίζανε
Αόριστος
εγώ αντιμετώπισα
εσύ αντιμετώπισες
αυτός/αυτή/αυτό αντιμετώπισε
εμείς αντιμετωπίσαμε
εσείς αντιμετωπίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αντιμετώπισαν / αντιμετωπίσαν / αντιμετωπίσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αντιμετωπίζω
εσύ θα αντιμετωπίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αντιμετωπίζει
εμείς θα αντιμετωπίζουμε
εσείς θα αντιμετωπίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αντιμετωπίζουν / θα αντιμετωπίζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αντιμετωπίσω
εσύ θα αντιμετωπίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αντιμετωπίσει
εμείς θα αντιμετωπίσουμε
εσείς θα αντιμετωπίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αντιμετωπίσουν / θα αντιμετωπίσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αντιμετωπίσω
εσύ να αντιμετωπίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να αντιμετωπίσει
εμείς να αντιμετωπίσουμε
εσείς να αντιμετωπίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αντιμετωπίσουν / αντιμετωπίσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αντιμετωπίσει
εσύ έχεις αντιμετωπίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αντιμετωπίσει
εμείς έχουμε αντιμετωπίσει
εσείς έχετε αντιμετωπίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αντιμετωπίσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αντιμετωπίσει
εσύ είχες αντιμετωπίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αντιμετωπίσει
εμείς είχαμε αντιμετωπίσει
εσείς είχατε αντιμετωπίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αντιμετωπίσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αντιμετωπίσει
εσύ θα έχεις αντιμετωπίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αντιμετωπίσει
εμείς θα έχουμε αντιμετωπίσει
εσείς θα έχετε αντιμετωπίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αντιμετωπίσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) αντιμετώπιζε
(εσείς) αντιμετωπίζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αντιμετώπισε
(εσείς) αντιμετωπίστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αντιμετωπίζομαι
εσύ αντιμετωπίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό αντιμετωπίζεται
εμείς αντιμετωπιζόμαστε
εσείς αντιμετωπίζεστε / αντιμετωπιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αντιμετωπίζονται
Παρατατικός
εγώ αντιμετωπιζόμουν / αντιμετωπιζόμουνα
εσύ αντιμετωπιζόσουν / αντιμετωπιζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό αντιμετωπιζόταν / αντιμετωπιζότανε
εμείς αντιμετωπιζόμασταν / αντιμετωπιζόμαστε
εσείς αντιμετωπιζόσασταν / αντιμετωπιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αντιμετωπίζονταν / αντιμετωπιζόντουσαν
Αόριστος
εγώ αντιμετωπίστηκα / αντιμετωπίσθηκα
εσύ αντιμετωπίστηκες / αντιμετωπίσθηκες
αυτός/αυτή/αυτό αντιμετωπίστηκε / αντιμετωπίσθηκε
εμείς αντιμετωπιστήκαμε / αντιμετωπισθήκαμε
εσείς αντιμετωπιστήκατε / αντιμετωπισθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά αντιμετωπίστηκαν / αντιμετωπιστήκαν / αντιμετωπιστήκανε / αντιμετωπίσθηκαν / αντιμετωπισθήκαν / αντιμετωπισθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αντιμετωπίζομαι
εσύ θα αντιμετωπίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα αντιμετωπίζεται
εμείς θα αντιμετωπιζόμαστε
εσείς θα αντιμετωπίζεστε / θα αντιμετωπιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αντιμετωπίζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αντιμετωπιστώ / θα αντιμετωπισθώ
εσύ θα αντιμετωπιστείς / θα αντιμετωπισθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αντιμετωπιστεί / θα αντιμετωπισθεί
εμείς θα αντιμετωπιστούμε / θα αντιμετωπισθούμε
εσείς θα αντιμετωπιστείτε / θα αντιμετωπισθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αντιμετωπιστούν / θα αντιμετωπιστούνε / θα αντιμετωπισθούν / θα αντιμετωπισθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αντιμετωπιστώ / αντιμετωπισθώ
εσύ να αντιμετωπιστείς / αντιμετωπισθείς
αυτός/αυτή/αυτό να αντιμετωπιστεί / αντιμετωπισθεί
εμείς να αντιμετωπιστούμε / αντιμετωπισθούμε
εσείς να αντιμετωπιστείτε / αντιμετωπισθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να αντιμετωπιστούν / αντιμετωπιστούνε / αντιμετωπισθούν / αντιμετωπισθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αντιμετωπιστεί / αντιμετωπισθεί
εσύ έχεις αντιμετωπιστεί / αντιμετωπισθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει αντιμετωπιστεί / αντιμετωπισθεί
εμείς έχουμε αντιμετωπιστεί / αντιμετωπισθεί
εσείς έχετε αντιμετωπιστεί / αντιμετωπισθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αντιμετωπιστεί / αντιμετωπισθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αντιμετωπιστεί / αντιμετωπισθεί
εσύ είχες αντιμετωπιστεί / αντιμετωπισθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε αντιμετωπιστεί / αντιμετωπισθεί
εμείς είχαμε αντιμετωπιστεί / αντιμετωπισθεί
εσείς είχατε αντιμετωπιστεί / αντιμετωπισθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αντιμετωπιστεί / αντιμετωπισθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αντιμετωπιστεί / αντιμετωπισθεί
εσύ θα έχεις αντιμετωπιστεί / αντιμετωπισθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αντιμετωπιστεί / αντιμετωπισθεί
εμείς θα έχουμε αντιμετωπιστεί / αντιμετωπισθεί
εσείς θα έχετε αντιμετωπιστεί / αντιμετωπισθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αντιμετωπιστεί / αντιμετωπισθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) αντιμετωπίζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αντιμετωπίσου
(εσείς) αντιμετωπιστείτε / αντιμετωπισθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
αντιμετωπίζοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας αντιμετωπίσει
Μετοχή παρακειμένου
αντιμετωπισμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
αντιμετωπίσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
αντιμετωπιστεί / αντιμετωπισθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.